Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 54 επισκέπτες συνδεδεμένους
Η θαλπωρή των πάγων PDF Εκτύπωση E-mail
Ποιητικά κείμενα - Μιχάλης Παπαδόπουλος
Συντάχθηκε απο τον/την Μιχάλης Παπαδόπουλος   
Κυριακή, 08 Φεβρουάριος 2026 15:46

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

Η ΘΑΛΠΩΡΗ ΤΩΝ ΠΑΓΩΝ

Συνομιλώντας με τον Άλντεν*

 

* Μια από τις σημαντικότερες φωνές της καναδικής ποίησης και, σύμφωνα με τον Αμερικανό ποιητή Ρόμπερτ Μπλάι, «ο κορυφαίος Καναδός ποιητής του 20ού αιώνα», ο Άλντεν Νόουλαν (1933-1983) άφησε ανάγλυφο το αποτύπωμά του στα καναδικά γράμματα και παραμένει ως σήμερα, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ένας από τους δημοφιλέστερους Καναδούς ποιητές. Γεννημένος στη Νέα Σκοτία, παρότι ανατράφηκε σ’ ένα αγροτικό περιβάλλον που δεν ευνοούσε την ενασχόληση με τις τέχνες, ο Νόουλαν κατόρθωσε, χάρη στη φιλομάθεια και το ταλέντο του, να καλλιεργήσει μια ποίηση που κερδίζει τον αναγνώστη με την ανεπιτήδευτη προφορικότητα και την εμφατική κατάφασή της στη ζωή. Τα ποιήματά του, λιτά και πνευματώδη, άλλοτε αποτυπώνουν την καθημερινότητα στην καναδική ύπαιθρο κι άλλοτε μιλούν, με οξυδέρκεια και χιούμορ, για την ανάγκη για δημιουργία, για τη φθορά, την απώλεια και, πάνω απ’ όλα, την αγάπη.

 

 

ΦΗΜΗ

 

Η χώρα μου είναι φημισμένη

για τα ψηλά βουνά

τις λίμνες, τους καταρράκτες

τα πυκνά βαθυστόχαστα δάση

τους ήρεμους

μυστικά κατεστραμμένους

ανθρώπους

τα σχεδόν αόρατα ίχνη

των παλαιών κατοίκων της

τις αρκούδες και τους ρωμαλέους

βίσωνες των χιονιών

κείνο το παλιοπαίγνιο

σαν έργο τρόμου στον πάγο

Τώρα λένε πως έχει κάποια φήμη

χάρις και σε μένα

αλλά είναι αστείο

να πιστεύει κανείς κάτι τέτοιο

πως μια πικρή γέννα

πλάι στη λίμνη Erie

θα εξαπλωνόταν πέραν από το μεγαλείο

των πάγων και των βουνοκορφών

Εξάλλου εγώ δεν μπορώ να το διαψεύσω

ή να το επιβεβαιώσω

Όμως πραγματικά είμαι χαρούμενος

που ήμουν εδώ

κι ίσως πράγματι αυτό αποτελεί

μια καλή φήμη για τη χώρα μου

τώρα που ακούγεται περισσότερο  

για τους πολλούς αφανείς θανάτους

και την οργή των νταλικέρηδων

 

 

 

ΣΧΕΔΟΝ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ

 

Σχετικά με την αποβολή μου

από την αφάνεια

στις ασάλευτες μορφές του αιώνιου

ή όπως το πάρει κανείς

στη φασαρία και στο γέλιο των νηπίων

καθώς περνούν αδιάφορα τσιρίζοντας

τριγύρω μου

δεν έχω κάτι να δηλώσω

Μόνο πως το χέρι που με λάξευσε

ήταν ένα πνεύμα ανήσυχο

που έφερε τον φόβο του φθαρτού

στην ηρεμία

λίγη χαρά στο κορμί

της γελασμένης νιότης

κάτι από την ανέλπιδη ομορφιά

στην ακηδία περιπαθών

διερχομένων

Και κάπως έτσι συνεχίζει

μετά θάνατον

"η μαθητεία στο έλεος"*

για όσους φριχτά κορόιδεψε

ο χρόνος

κι εκείνοι νόμισαν

τον εξαπάτησαν

 

*Τίτλος του ομώνυμου ποιήματος του Άλντεν Νόλαν

 

 

 

ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΣΤΑΝΛΕΪ

 

Είναι ωραία να ξυπνάς

πρωί στο Στάνλεϊ

Εν πρώτοις σημαίνει πως

είσαι ακόμα ζωντανός

Έπειτα

αν μείνεις άλλη μια μέρα

μπορεί να προλάβεις να δεις

πράγματα θαυμαστά ή περίεργα

Ας πούμε

το Ακατάβλητο να έρχεται

με ξεκούρδιστο κεφάλι

ή την Ανάγκη ολοζώντανη

σαν πύρινη ρομφαία

καταλαβαίνοντας πρώτη φορά

πως δεν πρόκειται ακριβώς

γι’ αυτό που δεν αστειεύεται

Αν δεν συμβεί αυτό

θα αναπολείς τούτη την ευκαιρία

σαν μια λαχταριστή πραγματικότητα

που σου γλίστρησε στο τσακ

απ’ τα χέρια

Κι είναι ακόμα πολλά

Η χάρις να πηδάς

από τη μακαριότητα στον ίλιγγο

πάνω από τις λίμνες, τα ποτάμια

το χιόνι - μια θέληση ακατάβλητη

βουβή

τη γη που σκοτεινιάζει

Κι ύστερα να χάνεσαι

στους λαβυρίνθους της ησυχίας

κλείνοντας τους πυρήνες

των θορύβων

Που δουλεύουν μέσα σου

ακατάπαυστα

σαν βρυχηθμός προϊστορικού

κήτους στον απέραντο

ωκεανό

 

 

Η ΡΩΓΜΗ

(Στον Παναγιώτη Νικολαΐδη)

 

Άλντεν

Σε βρήκα στον δρόμο μου

περνώντας από τον Μαρκ*

μέσα από πολλά κόκκινα φανάρια

που με καθυστέρησαν

διασχίζοντας τη σιωπή της χλόης

στην υγρασία των παγωμένων ίσκιων

Εκεί που η γλώσσα τρεμουλιάζει  

κι όσοι έχουν φωνή σιωπούν

Δεν πειράζει

Ο χρόνος είναι μια γλυκιά

οκνηρία

όταν δεν βαστάς ρολόι

ή ταξίμετρο

κι ο καιρός που ήταν

να συναντηθούμε άνοιξε

όπως ανοίγουν δυο παγοστοιβάδες

μ’ έναν γλυκό πάταγο

Μέσα σε τούτη τη ρωγμή

σ’ ακούω να μιλάς

κομματιάζοντας ευτυχίες

της γλώσσας

δίνοντας ό,τι αξίζει

στους ανθρώπους

Ξέρω πως δουλειά σου

δεν είναι ν’ ανακαινίζεις

ένα σπίτι

αλλά ν’ ανάβεις ένα φως

ν’ ανοίγεις ένα παράθυρο

που βλέπει σ’ όλους τους δρόμους**

όπως λέει ένας φίλος

Ο άνθρωπος παλεύει

το αλάτι της φήμης

την εξύψωση του δέρματος

να ταξιδέψει ούριο σκοτάδι

στην αναλγησία του χρόνου

ν’ αδράξει λίγο ουρανό

αυτό που τον χωρίζει

και λάμπει μέσα του η μοναξιά

σαν μια ασέλγεια

Αν μας ακούει ο Θεός

τώρα θα γελά

Αλλά κι εμείς γελάσαμε πολύ

εδώ κάτω

στημένοι στον καθρέφτη

με τη σκοτεινή γκριμάτσα μας

της ευφυΐας

Τώρα λέμε εκεί έξω

σαν να εννοούμε η Κόλαση

αγναντεύοντας σωρούς

μέσα στην τυραννία των αριθμών

Κι έτσι που πεθαίνουμε όλοι

αριθμομνήμονες

ίσως ξεμάθεις στο τέλος

να μετράς

σαν κάτι που μπορεί να σώζει

Κι όπως φωνάζει κείνος

ο λεξίφλεχτος κουρελής

της Αργολίδας***

Δώθε και κείθε από τις λέξεις

τόση Ύπαρξη μέχρι

παρεξηγήσεως

 

*Αναφορά στον Καναδοαμερικανό

ποιητή Μαρκ Στραντ

**Στίχος του Παναγιώτη Νικολαΐδη

από τη συλλογή «Ριμαχό»

***Αναφορά στον ποιητή Νίκο Καρούζο

 

 

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

(Στη Μαρία Μηνά)

 

Από το Βόρειο

στο Νότιο Ημισφαίριο

από την καρδιά ώς τον νου

τα σώματα που λιάζονται με ανοιγμένες ήβες

και τα άλλα σώματα γύρω τους

με ανασηκωμένους φαλλούς

τα πράγματα δεν πάνε καλά

Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε

δεν μπορούμε άγρυπνοι να μείνουμε

να βουλιάξουμε με ησυχία 

σαν άνθρωποι να γευθούμε το σκοτάδι

ν’ αγκιστρωθούμε μια στιγμή

που ατάραχη κοιμάται

Λίγο έστω να ζήσουμε 

ακούγοντας παλιές φωνές

τα ρυμουλκά μιας παροδικής ευσπλαχνίας

από τους διαβάτες των χρόνων

Κι εσύ ρώτησες

Μόνο σκόνη θα μείνει;

Αυτό είναι η «απάντηση»;

Ναι, μόνο σκόνη θα μείνει

Απ’ τα σωριασμένα βουνά

των ανθρώπων

οι κονιορτοί που αγκαλιάζονται

κρημνίζοντας

και λίγος πάγος

 

 

ΤΡΙΑ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

(Για τον Ρέιμοντ Κάρβερ)

 

Τον βλέπω σε μια πολυθρόνα

να διαβάζει

Ύστερα, στην ίδια ακριβώς

φωτογραφία

σηκώνεται, βάζει λίγο μπέρμπον

στο ποτήρι

έπειτα στέκεται στο παράθυρο

συλλογιέται το χιόνι

στην αυλή

κατόπιν ανεβαίνει στη σοφίτα

φιλά τα χέρια και τα παγωμένα

μάτια της

Σπουδαία! λέω

Αυτή η φωτογραφία μοιάζει

με φιλμ

Αλλά, περίεργο, τον έχω

δει στο θέατρο

να κάνει ακριβώς τα ίδια

όπως στην πραγματική ζωή

την ώρα που έπαιρνε

τη μηχανή να τα απαθανατίσει

Καληνύχτα, Ρέιμοντ

σε διάβασα πολύ καλά κι απόψε

Και με βοηθάς να περνώ ευχάριστα

τον καιρό μου με τούτα τα συγχρονικά

μυστήρια των παραλλήλων

ΜΕΘΗ

Ο Μποντλέρ αυστηρά κατέκρινε

τη μέθη

Έβλεπε σ’ αυτήν μιαν από τις αιτίες

του ψεύτικου και του τεχνητού

Και ο Μπαλζάκ σκληρά την απέρριπτε

παρομοιάζοντάς την με Κόλαση

της ζωής του

Όμως ο Γκαοντί

ό,τι θαυμαστό και άξιο έκανε

το έκανε μεθυσμένος

Έφτιαξε με τούτη την Κόλαση

έναν Παράδεισο

χωρίς όμοιο στον ουρανό ή τη γη

Απόδειξη πως αυτά τα δύο

είναι σχετικές έννοιες

κι ότι στα αστρικά διαστήματα

της ευαισθησίας

επιβράβευση και τιμωρία

δεν έχουν πέραση

Κοντά σ’ αυτόν

είναι και οι μεθυσμένοι

του δικού μου τύπου

που τρεκλίζοντας τρακάρουν

κι απ’ τις δυο πλευρές

στον εαυτό τους

Γράφονται έτσι

– όπως πάντοτε το έλεγα -

τα καλύτερα ποιήματα        

Που μπορούν να τα διαβάσουν

και οι μεθυσμένοι και οι ξεμέθυστοι

το ίδιο καλά

 

 

ΕΤΣΙ ΕΠΕΖΗΣΑ

 

Στην πραγματικότητα

είσαι το θήραμα

κι ας νομίζεις πως είσαι θηρευτής

Γι’ αυτό

με την εμπειρία από την ένδοξη

πανωλεθρία μου των ταξιδιών

σου λέω

Όπως πολική αρκούδα

οσφραίνεται την ανυποψίαστη

λεία της

σαράντα μίλια στον αρκτικό

πάγο

έτσι σε οσμίζονται οι λέξεις

σαν ανοίξεις τα χείλη

ή απλώσεις το χέρι στην παγερή

σελίδα

Γι’ αυτό βρες το Ποίημα

δίχως λέξη

τη μεγάλη σιωπή σαν χαράδρα

την επιθυμία για αυτοεκμηδένιση

πριν από την οριστική

λαβή του φαγώματος

Έτσι εγώ επέζησα

 

 

Ο ΤΣΑΡΛΣ*

 

Όταν κάποια στιγμή

άρχισαν να μας συγκρίνουν

με τον Τσαρλς

είπα, ουπς, για σταθείτε

Άδικο γι’ αυτόν

κολακευτικό για μένα

Εγώ αρπάζω το σκοινί

για να πνιγώ

αυτός για να πετάξει

Εκείνος ζει στο χείλος

εγώ περίπου στα μετόπισθεν

Εγώ γράφω για να γλιτώνω

κάποια μέτρα

αυτός για να ξοδεύει χιλιόμετρα

-παρότι γρήγοροι κι οι δυο-

Και στις φοβερές ποτοσυνάξεις μας

εγώ πίνω τζιν

αυτός τσακίζεται στο μπέρμπον

Μάλιστα σ’ έναν φανταστικό διάλογο

που σκαρώσαμε οι δυο μας

τόσο μας στρίμωξε η αμφιστομία των λέξεων

που αρχίσαμε να μιλάμε μ’ ένα στόμα!

Αλλά, ναι! Όταν κάποτε

με τσάκωσαν να ξεπλένω μαύρους στίχους

μόνος εκείνος έτρεξε να με ξελασπώσει

Άλλη φορά με μάζεψε

καθώς σκόνταψα τρεκλίζοντας

στην τελευταία εξοχή

του χρόνου

Κι άλλη, πάλι, όταν εγώ

αισθηματίας κάθε ξεπεσμού

έτρεμα μέσα στην άσαρκη υψοφοβία

της αγάπης

Σ’ ευχαριστώ, Τσαρλς

έστω και αναδρομικά

από εδώ που ξεπλένουμε

 

*Αναφορά στον Τσαρλς Μπουκόφσκι

 

 

Η ΑΠΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

Όταν απαγγέλλεις

δεν είναι ίδιο με να μιλάς

Οι συσπάσεις της γλώσσας τανύζουν

διαπεραστικά θηριώδεις

το στόμα ανοιγοκλείνει

σαν σπηλαιώδης καταποντισμός

οι γραμμές του προσώπου

εκτραχύνουν σαν αυλακιές

εγχάρακτες

Κάποιοι το λένε acting

μια ψυχοσωματική υπόκριση

Αλλά είναι μια πάλη με κάτι βαθύτερο

που εξερχόμενο διαλάμπει

στο μακρινότερο σκότος

Με κάποιον τρόπο

είναι εκείνο το πλεόνασμα πυρήνα

που εκρήγνυται

σ’ ένα σχήμα εκτυφλωτικού

μετέωρου

ώσπου να σπινθηρίσει

μια ευλύγιστη γεωμετρία ύφους

ένα αστεροσκοπείο

αναδιατασσόμενων γραμμών

Να! Από το στόμα του Μαρκ

δεν βγαίνουν λέξεις

αλλά θρυμματισμένοι ύαλοι

από τα χείλη του Πάτρικ

μια συμφωνία κοσμικού δράματος

κι από τα χείλη τα δικά μας

μια γεύση φθισικού άλγους

από υγρά αγκαλιάσματα

που φύραναν τα καλοκαίρια

Τίποτε δεν κρύβεται

στις αρτηρίες της φωνής

Ό,τι κι αν πεις

όπως κι αν μιλήσεις

η απαγγελλόμενη ποίηση

είναι ηχητικό ντοκουμέντο

του αίματος

 

 

ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΣΤΟ ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ

 

Συμφωνώντας πως ο κυνισμός

γαβγίζει μέσα στην αμετροέπεια

σαν ξεδοντιασμένος σκύλος

γελάσαμε δυνατά με την καρδιά μας

όταν σου είπα

νομίζω πως κάποια σου ποιήματα

θα τα ’γραφα εγώ

αν δεν ήσουν ο Άλντεν

και μπορούσα να γράψω κι εγώ

με την ορμή αφηνιασμένου

καταρράκτη

το υπέρλαμπρο τούτο θέαμα

φυσικού τρόμου

που το κάνεις παιχνιδάκι

στις λέξεις σου

Τότε ξαναγέλασες

Πώς νομίζεις γίνεται αυτό

έγκλειστος στο μελανοδοχείο

αδερφέ μου;

 

 

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑ

 

Χωρίς πλάκα

θα ’χω διαβάσει στη ζωή μου

μερικές χιλιάδες στίχους

Οι περισσότεροι

κύλησαν στ’ απόνερα

σαν το βρόχινο νερό

άλλοι κόλλησαν στο δέρμα

παρασιτικά σαν βδέλλες

κι άλλοι λίμνασαν

στα καμπυλόγραμμα

της γλώσσας

μικρά μολυσμένα έλη

διαβρώνοντας το ανυποψίαστο

υπέδαφος

Είμαι, έκτοτε, μια διάχυση

ελώδης σε παρθένα γη

η μουτζούρα μιας ανήκεστης

κακογραφίας

κι όλοι με το δίκιο τους

με αποστρέφονται

Μόλις πλησιάζω  

τα ποτάμια φεύγουν

οι οροσειρές μετακινούνται

τα ζώα τρεκλίζουν πανικόβλητα

κι οι άνθρωποι κλείνονται

σαν φυγόδικοι στα σπίτια

μαζεύουν τα παιδιά

με κηρύσσουν απαγορευμένη

ζώνη

-προσοχή, ναρκοπέδιον –

δίνουν οδηγίες ακόμα

και στους σκύλους να με αποφεύγουν

Μένει μόνον ο κουρνιαχτός

μιας γλώσσας

να μιλήσει για το τέλος

που άλλη μια στιγμή

πλησίασε

 

 

ΜΙΚΡΗ ΩΔΗ ΣΤΗ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΗ ΟΔΥΝΗ

 

Κι όμως υπάρχει κάτι

σαν την ευχαριστία της κένωσης

μια ανακούφιση που της χρωστάει

πολλά η μέρα

ο απερίσπαστος μόχθος

στην πλαστουργία των μυώνων  

που αποσείει τα άχθη της ψυχής

Και θυμάμαι τα πρωινά που τους έλεγα

Au revoir!

Πάω στην τουαλέτα

για την καθημερινή μου

εκδρομούλα!

Εκεί διάβασα όλο τον Δάντη

ξανά και ξανά τον Όμηρο

τα Cantos και την Τετάρτη

των Τεφρών

συνέλαβα την ιδέα τού Bread, wine and salt

άκουσα τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ

αψήφησα σαν φίλο μου τον χρόνο

και μες στο παραπέτασμα

των άχαρων οσμών

βρήκα μιαν ελευθερία

ανέγγιχτη από την κακία

και τον φθόνο

Δεν υπερβάλλω

Ένας διακριτικός μπιντές

είναι ο μόνος τόπος

που σε αφήνουν ήσυχο

και σε σέβονται

Μπορείς ελεύθερα να γράφεις

ό,τι σου κατεβαίνει στο μυαλό

Και όσα απ’ το στομάχι

με παρρησία πέφτουνε

σε τούτη την πολύβουη 

ρεματιά του κόσμου

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ

 

Όπως ο Τρόι* στην κούρσα

της χρονιάς το ’86

το χουκ του Σμόκιν Τζο

στη μάχη του αιώνα με τον Γκρέιτεστ

το γάντι της Τζίλντα

στο στριπτίζ των δεκαετιών

τα χείλη της Γκρέτα καπνίζοντας

ηδύτητες

η μουσική του Γουέιτς

σφυροκοπώντας το κρανίο

τα εσθλά πολιτεύματα

στην ποίηση των υστερικών

όσα κρύφτηκαν στο φως

για να σωθούν απ’ το υπέρλαμπρο

έτσι έρχονται οι λέξεις

από την εξωτερική του κόσμου

σαν η ασυλλάβιστη ηχώ

των παγωμένων

άστρων

 

*Σπουδαίο άλογο κούρσας στη δεκαετία του ΄80

 

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

 

Μόνος στην πρωινή καταχνιά

σ’ έναν έρημο κάβο

που τον γλείφει η θαλασσινή ησυχία

ανάμεσα στις δυο εικόνες του προσώπου μου

ενωμένες ασύνδετα

μιλώ μ’ ένα σκιάχτρο που έπλασε

με την ανάσα τον καθρέφτη του

αν παρ’ ελπίδα βαρεθεί

να’ χει κάποιον να μιλά

κάποιον να τον ακούει

να μιμείται μες στην αδέξια κίνηση

όλες τις γκριμάτσες που δεν ξέρει

πως είναι οι δυο εικόνες

του προσώπου του

ενωμένες απύθμενα

 

 

ΑΡΧΑΙΟ ΠΕΔΙΟ

 

Τότε που δεν μπορούσες

να μιλάς δίχως τύψη ή αιδώ  

τότε που οι μάχες χάνονταν

για να γυρίζει όπως πρέπει

ο τροχός της ιστορίας

και μια ουσία δαιμονικού αγγέλου

χώριζε τις φύσεις των πραγμάτων

ακόμη και τότε στα μέρη τα δικά μας

-σκορπισμένοι στις παγωμένες

λίμνες και στα δάση-

ήμασταν ενωμένοι μ’ ένα «φως

από αρχαία μυστήρια»

και το ποτάμι γύριζε πίσω

την ώρα τη σωστή για να μας πάρει

Έτσι σηκώθηκε ένας κόσμος

πεσμένος στο αίμα

σπρωγμένος από αγγέλους

που ’χάσαν τα φτερά τους

Τώρα

ησυχία αλλόκοτη

κρύβει μες στον ισχνόν αέρα

τα ποδοβολητά του ολέθρου

τις φοβερές εναντιότητες

στο αίμα των Καιρών

ανεκπλήρωτες τις λέξεις

στων πλακών τα επιγράμματα

Εδώ ο φόβος ζύγιασε την τόλμη

και φάνηκε μικρός

κι ας ήταν τόλμη για κάτι μάταιο

κι η δόξα καθόλου πιο σπουδαία

από ένα ξεχαρβαλωμένο

σαράβαλο

Αρχαίο πεδίο στην αυγή

της πρώτης λέξης

ερειπωμένο στο σκοτάδι

του τελευταίου γράμματος

 

 

Μιχάλης Παπαδόπουλος. Η ΘΑΛΠΩΡΗ ΤΩΝ ΠΑΓΩΝ / Συνομιλώντας με τον Άλντεν, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Πάτρα 2025