| Όταν ο Σαρλώ κολύμπησε σ' ένα ποτάμι λέξεις |
|
|
|
| Ποιητικά κείμενα - Μιχάλης Παπαδόπουλος |
| Συντάχθηκε απο τον/την Μιχάλης Παπαδόπουλος |
| Κυριακή, 08 Φεβρουάριος 2026 00:18 |
|
Από τη συλλογή Όταν ο Σαρλώ κολύμπησε σ’ ένα ποτάμι λέξεις Εκδόσεις Φαρφουλάς, Πάτρα 2024
Σελ. 7,8 Καθώς χτες άφραγκος ολοκληρωτικά από αέρα έριχνα στο άτρωτο τα τελευταία σβoλαράκια μου είδα τον Σαρλώ να κολυμπάει σ’ ένα ποτάμι λέξεις
Νύχτα
Από εκείνη τη νύχτα οι παλιάτσοι γυρίζουν στο τσίρκο κοιμούνται πάνω στην παλιατσαρία τους τρώνε τις σαβούρες απ’ τ’ αστεία τους κάνουν το νούμερό τους στα θηρία (...)
Σελ. 12 Από τότε ένας Αστείος μέσα μου κλαίει από χαρά γιατί πέτυχε το πιο τρομερό νούμερο της Χίμαιρας Δουλειά μου - είπε να καλλιεργώ τούτη την απέραντη κοιλότητα πόνου να ξεριζώνω τα δόντια της ελπίδας και να φυτεύω στη ματωμένη κορυφογραμμή των χειλιών τούτα τα φοβερά δέντρα που κανένα δεν θροΐζουν φως (...)
Σελ. 38 Κι εκείνος Σαν να με ξέρεις καλύτερα και από μένα τον ίδιο λες πως αφαιρώ το περισσότερο που γράφεται για ν’ ακτινοβολήσει ό,τι μένει ακέραιο πάνω στο άδειο κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω μόνο να το πληκτρολογήσω πάνω στον ίλιγγο ώσπου η σελίδα να γίνει πνεύμα καθαρό ατόφιο αβαρές πνεύμα Μια φωνή που μπερδεύεται στον ήχο της αν επιζήσει αγνοώντας Και, συνήθως, όταν μου λες για την αξία της ποίησης την οικονομία του ανεξίτηλου στη μαστουρωμένη χαρτούρα αναρωτιέμαι πού πάει η ποίηση του άδειου χαρτιού κι η χειρονομία που το ξεδίπλωσε για να γεμίσει τόσα αόρατα πράγματα απ’ τον κόσμο ... Η ποίηση που γίνεται μ’ ένα μπάσταρδο φως Αυτή που τσιτσιδώνεται μέσα στην οίηση των περισσευμάτων δεν είναι η τέχνη μου Ούτε αυτή που μετέρχεται τη γελοιότητα μιας άτεχνης δημαγωγίας θυμού δήθεν εξεγειρόμενη, δήθεν επαναστατημένη Ούτε αυτή που συναλλάζει την απουσία με οτιδήποτε ανώφελο κομπάζοντας πίσω από εξαίσια δήθεν στιχάκια παρασιτικής ευρεσιτεχνίας Γιατί, σαν περάσει ο πανικός της ήττας του κορμιού κι οι χυδαίοι αγορητές που φωνασκούν για το άλυτο πάρουν δρόμο θα μείνει μια πλησμονή κενού στην καρδιά της σιωπής άπληστη, τρομακτική να σε κοιτάζει ...
Σελ. 64,65 Λοιπόν
Όταν κι από το γέλιο μπορεί να πεθάνεις ή με χέρια ανοιχτά χορεύοντας στη φωτιά σου ή στην πλημμύρα του κορμιού της περίτρανα πνιγμένος τη στιγμή του οργασμού ή στην αγκαλιά σαν κοιμάσαι του ονείρου του άχρονου η αφθαρσία νομίζοντας σε τύλιξε είναι αστείο να μη ζεις πρωθύστερα τη ζωή σαν ένα νούμερο τσίρκου που κι ο θάνατος χειροκροτεί με την καρδιά του στις κορυφαίες στιγμές της αποθέωσης
Έτσι έβγαλε από το καπέλο ένα νόμισμα και είπε Καθώς με διαβάζετε έχω κάθε δικαίωμα να χλευάζω το στόμα σας όπως κι εσείς βέβαια το δικό μου καθώς τώρα, πιθανόν, που λέω το σύμπαν ξεκοιλιάστηκε και στη γλώσσα πάει για ρέκορντ ή χτες που αδιάκοπα φλυαρούσα για να συνηθίσω την μπόχα της φωνής μου κι ο θάνατος χόρευε μέσα της σαν αρλεκίνος ο θάνατος με αστραφτερά κουρελόρουχα τραβώντας το σύμπαν σε μια κορδελίτσα ο εστεμμένος πίθηκος της Βαβέλ χορεύοντας με το ντέφι κι εμείς να πέφτουμε σαν τα κούφια νομίσματα μέσα στο τρύπιο του καπέλο ...
Σελ. 82 Θα αφήσω πίσω λοιπόν τα νούμερα τα πολύχρωμα αμφιφλεγή κοστούμια τη λιπαρή φαντασμαγορία του άμετρου Θα αφήσω πίσω και τις αποκριάτικες παράτες της σπάταλης αναλγησίας αφού είμαι ήδη στην επάρατη γύμνια ενός κατεστραμμένου πνεύμονα και το πνεύμα μου έχει φύγει προ πολλού Γίνεσαι Κλόουν μόνον αν διώξεις το πάθος να ανταμείβεσαι πιστός σε μια τερατώδη ανέχεια που μόνον η παγωνιά της νύχτας σού χαρίζει ...
Σελ. 101 Είναι ό,τι φαίνεται, όπως φαίνεται ο σαλτιμπάγκος, ο μίμος ο γελωτοποιός Μια εικόνα και κάτι παραπλήσιο των ίσκιων Μια λέξη που δεν σημαίνει τίποτα παρά μόνον ό,τι σημαίνει μια άλλη Στην απατηλή σελίδα της σημασίας αυτοψία του εξωπραγματικού στην απουσία καθρέφτη Είναι ό,τι φαίνεται, όπως φαίνεται Δεν υπάρχει κανένα συμπέρασμα για κάτι Ας μένει η φτωχή διαύγεια να ταξιδεύει ανενόχλητη στο χάος κι ας την τραγουδήσει μια μέρα η ρίμα στη Συμφωνία του Ανέκφραστου Ας ηχήσουν οι καμπάνες γι’ αυτόν τον ίσκιο και τον κάθε ίσκιο που πέφτει σαν εκχωρεί τη ζωή στο φως ...
Σελ. 106 Κι αντήχησε ξανά φωνή Μακάριος αυτός που τον επήρε αμελαγχόλητο κορμί γυναίκας και της έδωσε την ψυχή του να παίζει μην έχει έγνοια του πια την κακία του κόσμου Μακάριος αυτός που μπόρεσε επαναστάτης στο σώμα ενός αγίου να φιλιώσει σάρκα και φως προκαλώντας δυο φορές το αδύνατο Μακάριος αυτός που μόνος μπορεί να σωθεί και να σώσει παρότι ναυαγός από ένστικτο Μακάριος αυτός που με ψυχή πιο άδεια από τον ουρανό καρποφορεί όπως δέντρο Μακάριος αυτός που σαν πρέπει να σηκωθεί να μιλήσει βαράει τη γλώσσα και μαλώνει με τ’ Άπιαστο Μακάριος σε δίεση προσευχής στ’ Ανάπλι ο Νίκος ερημίτης όμβριος ...
Σελ. 112,113 Τραγοπόδης και κρασοφερμένος Έλλην πολίτης των φυσικών στοιχείων με μια σκέψη πολύκαρπη και διαιώνια σαν αρχαίο λάβδανο κάνοντας την αγωνία λύρα και λαγούτο του ο θεολάλητος ολόιδος νταλκαδιασμένος απ’ το σαράκι της ομορφιάς Ήρθε μια νύκτα μ’ όλη τη μνήμη νεφελοσυνάκτης του απατηλού κόσμου ανάμεσ’ αφθαρσία του νου και υγρασία αμμουδερής σάρκας φέρνοντας τα τρομερά που τον θάνατο ονειδίζουν Έλα κοντά ξάδερφε του Θεόφιλου πες το τραγουδάκι Τα τζιτζίκια τραγουδάνε σωστά της αιθρίας οι ιδεολόγοι Τραγούδια από την Ανατολή μάς δίνουν και πάλι το ένστιχτο καθώς ήρεμα τα φύλλα των δέντρων ευαγγελίζονται τη γλυκόλαλη σιγή τους κι ένας σκύλος μες στο σκοτάδι ανηφορίζει δοξάζοντας τους αδάκρυτους κάνοντας γιορτή την απεραντοσύνη του μαύρου Σε λίγο ξημερώνει Νιώσαμε ποτέ σ’ ένα χαμόκλαδο πόση ευφροσύνη Τα σκουπίδια δίχως αντάλλαγμα χαρίζουν ομορφιά στην αυγή Κι εσύ με χέρια διαρκώς ευωχούμενα από το παντέρημο επιστρέφεις κουβαλώντας στη σακούλα σου τους πιο διάφανους ήχους Γι’ αυτό σου λέω Υπάρχει και για τους αγγέλους της λάσπης πάντα ένας φωτοστέφανος Άσε τα κοράκια να σε γυροφέρνουν Εσύ αγάπησες τα ζεστά φεγγάρια της πατρίδας τραγούδια που κανένα ραδιόφωνο πια δεν παίζει καράβια που φύγαν σαν ανεμόδαρτοι ξύλινοι καημοί μέσα στο γήρας του νερού τόσο φρέσκο Και θα ’ναι ο δρόμος της ποίησης φορτωμένος αγιόκλαδα πάντα όταν βγαίνεις τις νύκτες από το σκοτεινό σου υπόγειο φεγγαροκοίτης ολόιδιος με όλη τη δυσκολία του σώματος στα βήματά σου ολάκερος ένα ράκος ολόλαμπρο φτυστός η Ρωμιοσύνη ...
Σελ. 123 Στο βάθος όλα είναι ίδια μόνο στην επιφάνεια διαφέρουν Ξόρκια, αμφιέσεις, κοινοτοπίες γλυκερές χαρούμενες κοινοτοπίες βόλτες πληκτικές στα βουλεβάρτα της Πρωτοτυπίας η τέχνη που απεργάζεται τον χαμό της τα επιτόκια των επαναλήψεων οι φθορές φράσεις που πέφτουν σαν τυχαία συμβάντα ανεμιστήρων οι αργυρώνητοι λίθοι της μεταμέλειας τα διεγερτικά πένθη στις εφημερίδες οι Πρωτόκλητοι της αβύσσου, οι ποιητές οι νάνοι που ντύνονται γίγαντες στο καρναβάλι της δόξας οι ερμαφρόδιτοι κι οι ταχυδακτυλουργοί των αμφιέσεων οι πηχυαίες δολιότητες των κρατούντων οι περίοπτες οπτασίες στον καθρέφτη τα ποιήματα βραδείας καύσεως οι φεγγαροκοίτες και οι ποδηλάτες οι μύγες στα εντόσθια των σφάγιων τα φωτόνια στην γκιλοτίνα του σκοταδιού οι θυσίες των συμποσίων στα τραπεζομάντιλα οι νεωκόροι των νεκροσυνάξεων Και τούτος ο άτολμος λόγος που μασά το παξιμάδι της ευκολίας Παξιμάδι βρόμικο της πατρίδας μου ...
Σελ. 129 Είδα τη σελήνη ανάμεσα στα δέντρα πάνω από το δάσος της καρδιάς μου Είδα το πρόσωπο ανοικτό στη χλόη της αγωνίας να σφαδάζει Αναπεπταμένα τα χέρια να πάλλουν στη ρυθμική δόνηση του ανέκφραστου Χείλη π’ άνοιξαν σαν χάσματα του ανέμου για να περάσουν πόθοι Τα πόδια της φυγής σ’ έναν δρόμο στρωμένο βάσανα, απορίες και κόπους Είδα το χνάρι ενός ανθρώπου απ’ την άλλη πλευρά να φωτίζει και δεν ήταν θάνατος ή ανάσταση Ώσπου γύρισα τυφλός στη φωτεινή πλευρά των ονομάτων πράγματα χαμένων τόπων να ψελλίζω ...
Σελ. 136, 137 Γι’ αυτό Μην παίρνετε σοβαρά τους ποιητές Υπάρχει, πάντα, άφθονη ποίηση παντού μπροστά στα μάτια μας, και στα φρεάτια των αυτιών μας, και στις ανατριχίλες των επιδερμίδων μας, και στους παγετώνες των ονείρων μας, και στα εκτροχιασμένα ημισφαίρια των ερώτων, και στις αθρόες εκλείψεις των πουλιών, και στα ερείπια των χειραφετήσεων, και στην πείνα του μαύρου πάνθηρα, και στα στόματα που γεύονται τη νύχτα, και στα δόντια που κόβουν την ψίχα του θανάτου, και στην παγερή σιωπή των σπασμένων βιολιών της καρδιάς μας, και στη φιλέρημη μουσική των νεροσταγόνων, και στα ξυραφάκια ζίλετ Στην αέναη κοπή των λέξεων την ακούραστη μηχανή της συνεχούς αναδημιουργίας του κόσμου
Αλλά παίζοντας με το καθρεφτάκι πόσο με διασκεδάζουν αυτές οι μικρές καμουφλαρισμένες ατέλειες των ποιημάτων Ευρύχωρες, μεν, για άλλα ενδεχόμενα της έκφρασης για πιο φαρδιούς διαύλους επικοινωνίας όμως βασανιστικές όπως όταν μάχεσαι να φτιάξεις πύργο στην άμμο και τον λιώνει λίγο-λίγο πιο ψηλά αναρριχώμενο το νερό από κάτω Όμως σήμερα αδιαφορώ το ίδιο για τα αστραφτερά πολυτελή σημαίνοντα όπως και για τα άχραντα θεοφρούρητα σημαινόμενα Ο Ποιητής θυμάται μόνον ό,τι ξέρει ο Ποιμένας της Λήθης
Παπαδόπουλος Μιχάλης, Όταν ο Σαρλώ κολύμπησε σ' λενα ποτάμι λέξεις, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Πάτρα 2024
|
| Τελευταία Ενημέρωση στις Κυριακή, 08 Φεβρουάριος 2026 00:54 |


