Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 65 επισκέπτες συνδεδεμένους
PDF Εκτύπωση E-mail
Φιλοσοφία - Philosophia Perennis
Συντάχθηκε απο τον/την Εκκλησιαστής   
Τρίτη, 01 Οκτώβριος 2024 19:58
Ευρετήριο Άρθρου
Παλαιά Διαθήκη: Εκκλησιαστής
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΑ Γ' & Δ΄
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΑ Ε΄& ΣΤ΄
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΑ Ζ΄& Η΄
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΑ Θ΄& Ι΄
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΙΑ΄& ΙΒ΄
Όλες οι Σελίδες

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

1 ΟΤΙ σύμπαν τοῦτο ἔδωκα εἰς καρδίαν μου, καὶ καρδία μου σὺν πᾶν εἶδε τοῦτο, ὡς οἱ δίκαιοι καὶ οἱ σοφοὶ καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῶν ἐν χειρὶ τοῦ Θεοῦ, καί γε ἀγάπην καί γε μῖσος οὐκ ἔστιν εἰδὼς ὁ ἄνθρωπος· τὰ πάντα πρὸ προσώπου αὐτῶν, ματαιότης ἐν τοῖς πᾶσι.

2 συνάντημα ἓν τῷ δικαίῳ καὶ τῷ ἀσεβεῖ, τῷ ἀγαθῷ καὶ τῷ κακῷ καὶ τῷ καθαρῷ καὶ τῷ ἀκαθάρτῳ καὶ τῷ θυσιάζοντι καὶ τῷ μὴ θυσιάζοντι· ὡς ὁ ἀγαθός, ὡς ὁ ἁμαρτάνων· ὡς ὁ ὀμνύων, καθὼς ὁ τὸν ὅρκον φοβούμενος.

3 τοῦτο πονηρὸν ἐν παντὶ πεποιημένῳ ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι συνάντημα ἓν τοῖς πᾶσι· καί γε καρδία υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου ἐπληρώθη πονηροῦ, καὶ περιφέρεια ἐν καρδίᾳ αὐτῶν ἐν ζωῇ αὐτῶν, καὶ ὀπίσω αὐτῶν πρὸς τοὺς νεκρούς.

4 ὅτι τίς ὃς κοινωνεῖ πρός πάντας τοὺς ζῶντας; ἔστιν ἐλπίς, ὅτι ὁ κύων ὁ ζῶν, αὐτὸς ἀγαθὸς ὑπὲρ τὸν λέοντα τὸν νεκρόν.

5 ὅτι οἱ ζῶντες γνώσονται ὅτι ἀποθανοῦνται, καὶ οἱ νεκροὶ οὐκ εἰσὶ γινώσκοντες οὐδέν· καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς ἔτι μισθός, ὅτι ἐπελήσθη ἡ μνήμη αὐτῶν·

6 καί γε ἀγάπη αὐτῶν καί γε μῖσος αὐτῶν καί γε ζῆλος αὐτῶν ἤδη ἀπώλετο, καί γε μερὶς οὐκ ἔστιν αὐτοῖς ἔτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐν παντὶ τῷ πεποιημένῳ ὑπὸ τὸν ἥλιον.

7 Δεῦρο φάγε ἐν εὐφροσύνῃ τὸν ἄρτον σου καὶ πίε ἐν καρδίᾳ ἀγαθῇ οἶνόν σου, ὅτι ἤδη εὐδόκησεν ὁ Θεὸς τὰ ποιήματά σου.

8 ἐν παντὶ καιρῷ ἔστωσαν ἱμάτιά σου λευκά, καὶ ἔλαιον ἐπὶ κεφαλῆς σου μὴ ὑστερησάτω.

9 καὶ ἰδὲ ζωὴν μετὰ γυναικός, ἧς ἠγάπησας, πάσας τὰς ἡμέρας ζωῆς ματαιότητός σου τὰς δοθείσας σοι ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι αὐτὸ μερίς σου ἐν τῇ ζωῇ σου καὶ ἐν τῷ μόχθῳ σου, ᾧ σὺ μοχθεῖς ὑπὸ τὸν ἥλιον.

10 πάντα, ὅσα ἂν εὕρῃ ἡ χείρ σου τοῦ ποιῆσαι, ὡς ἡ δύναμίς σου ποίησον, ὅτι οὐκ ἔστι ποίημα καὶ λογισμὸς καὶ γνῶσις καὶ σοφία ἐν ᾅδῃ, ὅπου σὺ πορεύῃ ἐκεῖ.

11 ᾿Επέστρεψα καὶ εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον ὅτι οὐ τοῖς κούφοις ὁ δρόμος καὶ οὐ τοῖς δυνατοῖς ὁ πόλεμος καί γε οὐ τῷ σοφῷ ἄρτος καί γε οὐ τοῖς συνετοῖς πλοῦτος καί γε οὐ τοῖς γινώσκουσι χάρις, ὅτι καιρὸς καὶ ἀπάντημα συναντήσεται τοῖς πᾶσιν αὐτοῖς.

12 ὅτι καί γε οὐκ ἔγνω ὁ ἄνθρωπος τὸν καιρὸν αὐτοῦ· ὡς οἱ ἰχθύες οἱ θηρευόμενοι ἐν ἀμφιβλήστρῳ κακῷ καὶ ὡς ὄρνεα τὰ θηρευόμενα ἐν παγίδι, ὡς αὐτὰ παγιδεύονται οἱ υἱοὶ τοῦ ἀνθρώπου εἰς καιρὸν πονηρόν, ὅταν ἐπιπέσῃ ἐπ᾿ αὐτοὺς ἄφνω.

13 Καί γε τοῦτο εἶδον σοφίαν ὑπὸ τὸν ἥλιον, καὶ μεγάλη ἐστὶ πρός με·

14 πόλις μικρὰ καὶ ἄνδρες ἐν αὐτῇ ὀλίγοι, καὶ ἔλθῃ ἐπ᾿ αὐτὴν βασιλεὺς μέγας καὶ κυκλώσῃ αὐτὴν καὶ οἰκοδομήσῃ ἐπ᾿ αὐτὴν χάρακας μεγάλους·

15 καὶ εὕρῃ ἐν αὐτῇ ἄνδρα πένητα σοφόν, καὶ διασώσει αὐτὸς τὴν πόλιν ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ· καὶ ἄνθρωπος οὐκ ἐμνήσθη σὺν τοῦ ἀνδρὸς τοῦ πένητος ἐκείνου.

16 καὶ εἶπα ἐγώ· ἀγαθὴ σοφία ὑπὲρ δύναμιν, καὶ σοφία τοῦ πένητος ἐξουδενωμένη, καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ οὐκ εἰσὶν ἀκουόμενοι.

17 λόγοι σοφῶν ἐν ἀναπαύσει ἀκούονται ὑπὲρ κραυγὴν ἐξουσιαζόντων ἐν ἀφροσύναις.

18 ἀγαθὴ σοφία ὑπὲρ σκεύη πολέμου, καὶ ἁμαρτάνων εἷς ἀπολέσει ἀγαθωσύνην πολλήν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ)

1 ΕΠΕΙΔΗ, όλο αυτό το σκέφθηκα μέσα στην καρδιά μου, για να το εξιχνιάσω ολόκληρο, ότι οι δίκαιοι και οι σοφοί, και τα έργα τους, είναι στο χέρι τού Θεού· δεν υπάρχει άνθρωπος που να γνωρίζει είτε αγάπη θα είναι είτε μίσος· τα πάντα είναι ήδη μπροστά τους.
2 Όλα, επίσης, συμβαίνουν σε όλους· ένα συνάντημα είναι στον δίκαιο και στον ασεβή, στον αγαθό και στον καθαρό και στον ακάθαρτο, και σ' εκείνον που θυσιάζει και σ' εκείνον που δεν θυσιάζει· όπως ο αγαθός, έτσι είναι και ο αμαρτωλός· εκείνος που ορκίζεται, όπως εκείνος που φοβάται τον όρκο.
3 Τούτο είναι το κακό ανάμεσα σε όλα όσα γίνονται κάτω από τον ήλιο, ότι ένα συνάντημα είναι σε όλους· και, μάλιστα, η καρδιά των γιων των ανθρώπων είναι γεμάτη από κακία, και μέσα στην καρδιά τους είναι αφροσύνη ενόσω ζουν, και ύστερα απ' αυτά πηγαίνουν προς τους νεκρούς.
4 Για τον λόγο ότι, σ' εκείνον που έχει κοινωνία ανάμεσα σε όλους τούς ζωντανούς ανθρώπους, υπάρχει ελπίδα· δεδομένου ότι, ένα σκυλί που ζει είναι καλύτερο από ένα λιοντάρι νεκρό.
5 Επειδή, οι ζωντανοί γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν· οι νεκροί, όμως, δεν γνωρίζουν τίποτε, ούτε έχουν πλέον απόλαυση· επειδή, η ανάμνησή τους λησμονήθηκε.
6 Ακόμα και η αγάπη τους, και το μίσος τους, και ο φθόνος τους, χάθηκε ήδη· και δεν θα έχουν μερίδα στον αιώνα σε όλα όσα γίνονται κάτω από τον ήλιο.
7 Πήγαινε, φάε το ψωμί σου με ευφροσύνη, και πιες το κρασί σου με εύθυμη καρδιά· επειδή, ο Θεός αρέσκεται ήδη στα έργα σου.
8 Σε κάθε καιρό ας είναι τα ιμάτιά σου λευκά· και λάδι ας μη λείψει από το κεφάλι σου.
9 Να χαίρεσαι τη ζωή μαζί με τη γυναίκα σου, που αγάπησες, όλες τις ημέρες τής ζωής τής ματαιότητάς σου, που σου δόθηκαν κάτω από τον ήλιο, όλες τις ημέρες τής ματαιότητάς σου· επειδή, αυτό είναι η μερίδα σου στη ζωή, και στον μόχθο σου, που μοχθείς κάτω από τον ήλιο.
10 Όλα όσα βρει το χέρι σου να κάνει, κάνε σύμφωνα με τη δύναμή σου· επειδή, δεν υπάρχει πράξη ούτε λογισμός ούτε γνώση ούτε σοφία, στον άδη όπου πηγαίνεις.
11 Επέστρεψα, και είδα κάτω από τον ήλιο ότι, ο δρόμος δεν είναι στους ταχύποδες ούτε ο πόλεμος στους δυνατούς, αλλ' ούτε το ψωμί στους σοφούς, αλλ' ούτε τα πλούτη στους νοήμονες, αλλ' ούτε η χάρη στους άξιους· δεδομένου ότι, καιρός και περίσταση συναντάει όλους αυτούς.
12 Επειδή, ούτε ο άνθρωπος γνωρίζει τον καιρό του· καθώς τα ψάρια που πιάνονται σε ένα κακό δίχτυ, και καθώς τα πουλιά που πιάνονται σε παγίδα, έτσι παγιδεύονται και οι γιοι των ανθρώπων σε έναν κακό καιρό, όταν έρθει ξαφνικά επάνω τους.
13 Και είδα τούτη τη σοφία κάτω από τον ήλιο, και μου φάνηκε μεγάλη·
14 υπήρχε μια μικρή πόλη, και μέσα σ' αυτή λίγοι άνδρες· και ήρθε εναντίον της ένας μεγάλος βασιλιάς, και την πολιόρκησε, και έχτισε μεγάλα προχώματα εναντίον της·
15 αλλά βρέθηκε μέσα σ' αυτή ένας φτωχός και σοφός άνθρωπος, κι αυτός με τη σοφία του ελευθέρωσε την πόλη· όμως, κανένας δεν θυμήθηκε εκείνον τον φτωχό άνθρωπο.
16 Τότε, εγώ είπα: Η σοφία είναι καλύτερη από τη δύναμη, αν και η σοφία τού φτωχού καταφρονείται, και τα λόγια του δεν εισακούγονται.
17 Τα λόγια των σοφών ακούγονται μέσα σε ησυχία, περισσότερο από την κραυγή εκείνου που εξουσιάζει μαζί με άφρονες.
18 Η σοφία είναι καλύτερη, παρά τα όπλα τού πολέμου· εντούτοις, ένας αμαρτωλός αφανίζει μεγάλα καλά.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

1 ΜΥΙΑΙ θανατοῦσαι σαπριοῦσι σκευασίαν ἐλαίου ἡδύσματος· τίμιον ὀλίγον σοφίας ὑπὲρ δόξαν ἀφροσύνης μεγάλην,

2 καρδία σοφοῦ εἰς δεξιὸν αὐτοῦ, καὶ καρδία ἄφρονος εἰς ἀριστερὸν αὐτοῦ·

3 καί γε ἐν ὁδῷ ὅταν ἄφρων πορεύηται, καρδία αὐτοῦ ὑστερήσει, καὶ ἃ λογιεῖται πάντα ἀφροσύνη ἐστίν.

4 ἐὰν πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος ἀναβῇ ἐπὶ σέ, τόπον σου μὴ ἀφῇς, ὅτι ἴαμα καταπαύσει ἁμαρτίας μεγάλας.

5 ἔστι πονηρία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὡς ἀκούσιον ὃ ἐξῆλθεν ἀπὸ προσώπου ἐξουσιάζοντος·

6 ἐδόθη ὁ ἄφρων ἐν ὕψεσι μεγάλοις, καὶ πλούσιοι ἐν ταπεινῷ καθήσονται.

7 εἶδον δούλους ἐφ᾿ ἵππους καὶ ἄρχοντας πορευομένους ὡς δούλους ἐπὶ τῆς γῆς.

8 ὁ ὀρύσσων βόθρον εἰς αὐτὸν ἐμπεσεῖται, καὶ καθαιροῦντα φραγμόν, δήξεται αὐτὸν ὄφις.

9 ἐξαίρων λίθους διαπονηθήσεται ἐν αὐτοῖς, σχίζων ξύλα κινδυνεύσει ἐν αὐτοῖς.

10 ἐὰν ἐκπέσῃ τὸ σιδήριον, καὶ αὐτὸς πρόσωπον ἐτάραξε, καὶ δυνάμεις δυναμώσει, καὶ περισσεία τοῦ ἀνδρείου σοφία.

11 ἐὰν δάκῃ ὄφις ἐν οὐ ψιθυρισμῷ, καὶ οὐκ ἔστι περισσεία τῷ ἐπᾴδοντι.

12 λόγοι στόματος σοφοῦ χάρις, καὶ χείλη ἄφρονος καταποντιοῦσιν αὐτόν·

13 ἀρχὴ λόγων στόματος αὐτοῦ ἀφροσύνη, καὶ ἐσχάτη στόματος αὐτοῦ περιφέρεια πονηρά,

14 καὶ ὁ ἄφρων πληθύνει λόγους, οὐκ ἔγνω ἄνθρωπος τί τὸ γενόμενον, καὶ τί τὸ ἐσόμενον, ὅτι ὀπίσω αὐτοῦ, τίς ἀναγγελεῖ αὐτῷ;

15 μόχθος τῶν ἀφρόνων κοπώσει αὐτούς, ὃς οὐκ ἔγνω τοῦ πορευθῆναι εἰς πόλιν.

16 οὐαί σοι, πόλις, ἧς ὁ βασιλεύς σου νεώτερος καὶ οἱ ἄρχοντές σου πρωΐ ἐσθίουσι.

17 μακαρία σύ, γῆ, ἧς ὁ βασιλεύς σου υἱὸς ἐλευθέρων καὶ οἱ ἄρχοντές σου πρὸς καιρὸν φάγονται ἐν δυνάμει καὶ οὐκ αἰσχυνθήσονται.

18 ἐν ὀκνηρίαις ταπεινωθήσεται ἡ δόκωσις, καὶ ἐν ἀργίᾳ χειρῶν στάξει ἡ οἰκία.

19 εἰς γέλωτα ποιοῦσιν ἄρτον καὶ οἶνον καὶ ἔλαιον τοῦ εὐφρανθῆναι ζῶντας, καὶ τοῦ ἀργυρίου ταπεινώσει ἐπακούσεται τὰ πάντα.

20 καί γε ἐν συνειδήσει σου βασιλέα μὴ καταράσῃ, καὶ ἐν ταμιείοις κοιτώνων σου μὴ καταράσῃ πλούσιον· ὅτι πετεινὸν τοῦ οὐρανοῦ ἀποίσει σὺν τὴν φωνήν σου, καὶ ὁ ἔχων τὰς πτέρυγας ἀπαγγελεῖ λόγον σου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ)

1 Μύγες που ψοφάνε κάνουν το μύρο τού μυροποιού να βρωμάει, και να αναβράζει· και μια μικρή αφροσύνη ατιμάζει εκείνον που είναι σε υπόληψη για λόγους σοφίας και τιμής.
2 Η καρδιά τού σοφού βρίσκεται στο δεξί του πλευρό ενώ η καρδιά τού άφρονα στο αριστερό του.
3 Ακόμα και όταν ο άφρονας περπατάει στον δρόμο του, του λείπει η σύνεση, και αναγγέλλει σε όλους ότι είναι άφρονας.
4 Αν το πνεύμα τού ηγεμόνα σηκωθεί εναντίον σου, μη αφήσεις τον τόπο σου· επειδή, η γλυκύτητα καταπαύει μεγάλες αμαρτίες.
5 Είναι κακό αυτό που είδα κάτω από τον ήλιο, λάθος, λέω, που προέρχεται απ' αυτόν που εξουσιάζει·
6 ότι βάζουν τον άφρονα σε μεγάλες αξίες, ενώ οι πλούσιοι κάθονται σε έναν ταπεινό τόπο.
7 Είδα δούλους επάνω σε άλογα, και άρχοντες να περπατάνε ως δούλοι επάνω στη γη.
8 Όποιος σκάβει λάκκο, θα πέσει σ' αυτόν· και όποιος χαλάει φραγμό, φίδι θα τον δαγκώσει.
9 Αυτός που μετακινεί πέτρες, θα πάθει βλάβη απ' αυτές· αυτός που σχίζει ξύλα, θα κινδυνεύσει σ' αυτά.
10 Αν το σίδηρο αμβλυνθεί, και δεν ακονίσει κάποιος την κόψη του, πρέπει να προσθέσει δύναμη· η σοφία, όμως, είναι ωφέλιμη προς διακυβέρνηση.
11 Αν το φίδι δαγκώνει χωρίς συριγμό, εντούτοις και ο συκοφάντης δεν είναι καλύτερος.
12 Τα λόγια τού στόματος του σοφού είναι χάρη· ενώ τα χείλη τού άφρονα θα τον καταπιούν.
13 Η αρχή των λόγων τού στόματός του είναι αφροσύνη· και το τέλος τής ομιλίας του κακή μωρία.
14 Ο άφρονας, επιπλέον, πληθαίνει τα λόγια, ενώ ο άνθρωπος δεν ξέρει τι πρόκειται να γίνει· και ποιος μπορεί να του αναγγείλει τι θα είναι ύστερα απ' αυτόν;
15 Ο μόχθος των αφρόνων τούς απαυδίζει, επειδή δεν ξέρουν να πάνε στην πόλη.
16 Αλλοίμονο σε σένα γη, που ο βασιλιάς σου είναι νέος, και οι άρχοντές σου τρώνε το πρωί!
17 Μακάρια εσύ, γη, που ο βασιλιάς σου είναι γιος ευγενών, και οι άρχοντές σου τρώνε εν καιρώ, για ενίσχυση, και όχι για μεθύσι!
18 Εξαιτίας τής μεγάλης οκνηρίας πέφτει η στέγη· και εξαιτίας τής αργίας των χεριών στάζει το σπίτι.
19 Με ευθυμία κάνουν συμπόσια, και το κρασί ευφραίνει τούς ζωντανούς· ενώ το ασήμι αποκρίνεται σε όλα.
20 Μη καταραστείς τον βασιλιά ούτε στη διάνοιά σου· και να μη καταραστείς τον πλούσιο στο εσώτερο δωμάτιο του κοιτώνα σου· επειδή, κάποιο πουλί τού ουρανού θα φέρει τη φωνή, κι αυτό που έχει τις φτερούγες θα αναγγείλει το πράγμα.

 



Τελευταία Ενημέρωση στις Τρίτη, 01 Οκτώβριος 2024 20:37