Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 38 επισκέπτες συνδεδεμένους
Θεματικές Ενότητες - ΠΑΙΔΕΙΑ

 

Γ. Β. Δερτιλής

 

Εκπαίδευση και ανισότητα

 

 

Για τη νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ο λόγος. Όχι για να την κρίνουμε - το έπραξε ήδη με αυστηρότητα, περισσή σε ορισμένα σημεία, δίκαιη στα περισσότερα, ο Άγγελος Ελεφάντης στον αειθαλή «Πολίτη» ­ ευτυχώς που υπάρχει και αυτό το περιοδικό - ξυπνητήρι. Μη έχοντας προς το παρόν τίποτε ειδικότερο να προσθέσουμε, θα εξετάσουμε ένα γενικότερο ζήτημα. Εδώ και διακόσια χρόνια, σε όλη την Ευρώπη, ο διακηρυγμένος στόχος όλων των κατά καιρούς μεταρρυθμίσεων της εκπαίδευσης ήταν η δραστική μείωση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας. Πράγματι, το γενικό βιοτικό επίπεδο ανέβηκε, εν μέρει χάρη στη σύγχρονη εκπαίδευση. Πράγματι, πολλά μέλη των κατωτέρων τάξεων βελτίωσαν τη θέση τους εν πολλοίς χάρη στην εκπαίδευσή τους. Παρ' όλα αυτά, οι ανισότητες διατηρήθηκαν και, σε ορισμένες κοινωνίες, το άνοιγμά τους αυξήθηκε.

 

Γεννημένες με το σύγχρονο κράτος, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις συμβαδίζουν με ορισμένες από τις μεγάλες ιστορικές μεταβολές των δύο τελευταίων αιώνων. Πρώτη μεταβολή: ο αυξανόμενος καταμερισμός των οικονομικών έργων μετά τη βιομηχανική επανάσταση. Δεύτερη: η ένταξη των κατωτέρων τάξεων στο νέο παραγωγικό σύστημα. Τρίτη: η πολιτική και ιδεολογική τους χειραφέτηση μετά τις επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνα, χειραφέτηση έστω μερική. Όλες μαζί οι μεταβολές αυτές συνεπιβάλλουν την τάση για μια συνεχώς επεκτεινόμενη εκπαίδευση των κατωτέρων τάξεων: επειδή οι ίδιες το απαιτούν αλλά και επειδή το επιβάλλουν οι νέες ανάγκες της παραγωγής.

 

Η τάση αυτή έχει ένα ενδιαφέρον παράπλευρο αποτέλεσμα. Από τον περασμένο αιώνα ως σήμερα, σε όλο τον δυτικό κόσμο, εκπαιδευτικά συστήματα διαρκώς εκσυγχρονιζόμενα προάγουν

την κοινωνική κινητικότητα. Ένα από τα καλά χαρακτηριστικά του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, η κοινωνική κινητικότητα είναι επίσης το κυριότερο ίσως στοιχείο που του προσδίδει την εκπληκτική του προσαρμοστικότητα και προκαθορίζει τις πολλαπλές του μεταλλαγές, εξασφαλίζοντάς του την επιβίωση. Γι' αυτό ακριβώς, όμως, πρόκειται για κινητικότητα ελεγχόμενη. Οι κοινωνικές τάξεις και ιεραρχίες μεταβάλλονται, αλλά δεν καταργούνται. Αντιθέτως, διαιωνίζονται ­ όσο και αν διαφέρουν στην Ελλάδα σε σύγκριση, π.χ., με τη Γερμανία, όσο διαφορετικές και αν είναι σήμερα από ό,τι ήταν στον καιρό της Γ' Διεθνούς, όσο και αν «εργατική τάξη» με την έννοια που έδιναν στον όρο οι τότε σοσιαλιστές δεν υπάρχει ούτε ίσως υπήρξε ποτέ, όσο και αν τα τρία μέλη της συνάρτησης «ελευθερία - ισότης - αδελφότης» έχουν σήμερα πλέον, σε ορισμένες κοινωνίες, τελείως διαφορετικές τιμές από ό,τι σε άλλες.

 

Υπάρχει βεβαίως η άποψη ότι το πώς αντιλαμβανόμαστε και το πώς ορίζουμε τις κοινωνικές τάξεις είναι απλώς μια κοινωνική «κατασκευή». Αυτό όμως δεν αναιρεί την ιεραρχική οργάνωση αυτής της κατασκευής. Οι ιστορικοί της Ινδικής χερσονήσου, όπως και οι πολιτικοί της ηγέτες, όταν μιλούν για την τάξη των παριών, την ερμηνεύουν με πολλαπλούς τρόπους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι την κατασκευάζουν εκ του μηδενός ούτε ότι πλάθουν ένα φάντασμα. Από την άλλη πλευρά ο βουδιστής παρίας φτάνοντας στη νιρβάνα υπερβαίνει ενδεχομένως τη δυστυχία της υποκειμενικής, ατομικής του κατάστασης, αλλά δεν καταργεί την τάξη των παριών. Γι' αυτό και δεν μπορεί νομίζω να σταθεί η άποψη που αρνείται την ύπαρξη των τάξεων παίζοντας με την πανάρχαια φιλοσοφική απορία γύρω από την υποκειμενικότητα και την πραγματικότητα ­ ένα σχετικιστικό, αδιέξοδο παίγνιο. Ιεραρχίες και τάξεις υπάρχουν από τότε που υπάρχουν κοινωνίες ανθρώπων (άραγε και εντόμων;) Και δεν μπόρεσαν να τις καταργήσουν, παρά την ιλιγγιώδη επιτάχυνση της ιστορίας εδώ και δύο αιώνες, ούτε η κοινωνική κινητικότητα, ούτε οι δήθεν ίσες ευκαιρίες, ούτε η οικονομική ανάπτυξη, ούτε η ιδεολογική αποχαύνωση ­ ούτε, φυσικά, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.

 

Έτσι, λοιπόν, από την εποχή των μεταρρυθμίσεων του Von Humboldt στη Γερμανία, ή του Guizot στη Γαλλία του περασμένου αιώνα, η χειραφέτηση των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων συνεπέφερε τη βαθμιαία ενσωμάτωσή τους σε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, κοινωνικά ευρύτερο και, εν μέρει τουλάχιστον, δικαιότερο. Αλλά η ένταξή τους στο νέο παραγωγικό και κοινωνικό σύστημα επέβαλε επίσης έκτοτε ένα αντίστοιχο είδος εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να είναι ιεραρχημένη με βάση αφενός τις ανάγκες της παραγωγής, αφετέρου τις δεδομένες κοινωνικές ιεραρχίες, τις οποίες εφεξής αναπαράγει.

 

Η δεύτερη αυτή εξέλιξη, επομένως, έχει αποτελέσματα αντιθετικά προς τη διαδικασία χειραφεσίας: είναι μια διαδικασία χειραγώγησης των κατωτέρων τάξεων, η οποία ναι μεν επιτρέπει την εκπαίδευση, αλλά αποτρέπει την ευρύτερη παιδεία, που υπήρξε φυσικά, σε όλες τις εποχές, υπόθεση των ισχυρών. Και παραλλήλως, επιλέγει από τα κατώτερα στρώματα εκείνα τα λίγα άτομα, συνήθως προικισμένα, στα οποία θα προσφέρει και ευρύτερη παιδεία και κοινωνική άνοδο, ανανεώνοντας έτσι με νέο αίμα τις άρχουσες τάξεις. Αυτή η διαδικασία χειραγώγησης, επομένως, στηρίζεται στις δυσδιάκριτες, συγκαλυμμένες διαφορές μεταξύ γενικής παιδείας και εξειδίκευσης (αυτό είναι άλλωστε το μοτίβο της τρέχουσας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα). Εξηγούμαι, πολύ συνοπτικά.

 

Στις μέρες μας η βασική εκπαίδευση, συνταγματικά κατοχυρωμένη, παρέχεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα με στόχο να παράσχει σε όλους μια στοιχειώδη γενική παιδεία. Στη συνέχεια, όμως, η πραγματικότητα διαφοροποιεί τους εκπαιδευομένους. Όσοι προέρχονται από κατώτερα στρώματα περιορίζονται κατά κανόνα σε μια εξειδίκευση επαγγελματική ή τεχνική, που αποκτούν σε αντίστοιχες ή και σε πανεπιστημιακές σχολές - αντιθέτως, όσοι προέρχονται από ανώτερα προχωρούν συνήθως σε μια εξειδίκευση επιστημονική, τεχνογνωστική, «διευθυντική». Έτσι, οι μεν πρώτοι ασκούνται κυρίως στην εφαρμοσμένη και εκτελεστική σκέψη, οι δε δεύτεροι σε μια σκέψη διερευνητική, κριτική, «αρχηγετική». Υπάρχει, τέλος, μια ακόμη πασίγνωστη διαφορά: ότι οι γόνοι των ανωτέρων τάξεων διαθέτουν συνήθως γενική παιδεία βαθύτερη από αυτήν που αποκτά ο μέσος μαθητής στα σχολεία. Όχι μόνο επειδή την αποκτούν με πανεπιστημιακές σπουδές προωθημένες σε δεύτερο και σε τρίτο κύκλο, αλλά κυρίως, επειδή την έχουν αποκτήσει από το σπίτι τους και την καλλιεργούν κατόπιν με πολλαπλά ερεθίσματα, που μόνο ο πλούτος μπορεί να εξασφαλίσει.

 

Στις σύγχρονες κοινωνίες, επομένως, αυτό που ονομάζουμε «κουλτούρα» είναι κατά κανόνα κτήμα των ισχυρών, έστω και αν η στοιχειώδης γενική παιδεία έχει πλέον γίνει κτήμα των πολλών. Και αυτό που λέμε «εξειδίκευση» είναι διαφοροποιημένο με ταξικό επίσης τρόπο: άλλη για τον γιο του ανειδίκευτου εργάτη που γίνεται ειδικευμένος τεχνίτης, άλλη για τον γιο του βιομηχάνου που γίνεται ωκεανολόγος ειδικευμένος στο περιβάλλον. Σε αμφοτέρους έχει παρασχεθεί η συνταγματικά κατοχυρωμένη εκπαίδευση, αμφοτέρων η κοινωνική άνοδος, μικρή ή μεγάλη, έχει εξασφαλιστεί, αλλά η μεταξύ τους ταξική ανισότητα παραμένει και ενίοτε αυξάνεται. Αυτά για τους μεγάλους αριθμούς. Παραλλήλως, υπάρχουν οι ολίγοι που, χάρη στο εκπαιδευτικό σύστημα, ανέρχονται σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ούτε αυτό αίρει όμως τη γενικότερη ταξική διαφοροποίηση και τις τεράστιες ανισότητες.

 

Καμιά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να καλύψει τις ανισότητες αυτές. Μπορεί όμως να τις συγκαλύψει κάτω από παχιά λόγια και πολυτελή διαφημιστικά φυλλάδια με καλοντυμένους νεαρούς υποψήφιους γιάπηδες στο εξώφυλλο. Και τις συγκαλύπτει τόσο αποτελεσματικότερα όσο περισσότεροι είναι οι πολίτες που φαντάζονται ότι αυτούς θα αγγίξουν οπωσδήποτε, με τα μαγικά τους ραβδάκια, οι νεράιδες των ίσων ευκαιριών και της κοινωνικής κινητικότητας.

 

 

Πηγή: Εφημερίδα Το Βήμα, 21/07/1996

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=114&artId=64030&dt=21/07/1996

Αναδημοσίευση: e-keimena.gr

 

 

 

 

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Σάββατο, 30 Ιανουάριος 2010 19:47