Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 9 επισκέπτες συνδεδεμένους
editos
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   

  

 

Edvard Munch, Skrik 1893, National Gallery, Oslo

 

 

 

And who by fire, who by water,

who in the sunshine, who in the night time,

who by high ordeal, who by common trial,

who in your merry merry month of may,

who by very slow decay,

and who shall I say is calling?

 

And who in her lonely slip, who by barbiturate,

who in these realms of love, who by something blunt,

and who by avalanche, who by powder,

who for his greed, who for his hunger,

and who shall I say is calling?

 

And who by brave assent, who by accident,

who in solitude, who in this mirror,

who by his lady's command, who by his own hand,

who in mortal chains, who in power,

and who shall I say is calling?

 

Leonard Cohen – Who by fire

 

 

 

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη.

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι.

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

 

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις τη καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη

τη Συρία,

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής πού ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους.

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο.

χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν.

σαν έρθει ο θέρος

προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι,

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

 

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν

το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν

οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν.

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες.

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει.

στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας, «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

 

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ‘44

 

Γιώργος Σεφέρης, Ο Τελευταίος Σταθμός

 

 

 

 

 

Un dimanche d'automne, photo par Tunde Pecsvari

 

 

 

e-keimena.gr

  

Ιστότοπος για τη διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας στην εκπαίδευση

και πεδίο βολής εξαιρετικών κειμένων στο διαδίκτυο.

 

Αγαπητοί φίλοι,

Το περιεχόμενο του Ιστότοπου είναι ελεύθερο και ανοιχτό προς ανάγνωση και χρήση, για κάθε ενδιαφερόμενο.

Από την άποψη αυτή

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή χρήση μέρους ή του συνόλου των αναρτήσεων που περιλαμβάνονται στον ιστότοπο αυτό από μαθητές, εκπαιδευτικούς ή άλλους "κυβερνοναύτες", χωρίς να απαιτείται προηγουμένως κάποια προφορική ή γραπτή άδεια από το διαχειριστή.

Απλώς, αν βρίσκετε και εσείς κάποιο νόημα στο μοίρασμα και την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση, την πληροφορία και τη σκέψη, μπορείτε να αναφέρετε τον ιστότοπο ως πηγή, προκειμένου να τον ανακαλύψουν και ενδεχομένως να τον χρησιμοποιήσουν και άλλοι.

Μπορείτε επίσης να προτείνετε και εσείς κάποιες αναρτήσεις (κείμενα, υλικό διδασκαλίας, κ.λπ.) γράφοντας το ονοματεπώνυμό σας, την ηλεκτρονική σας διεύθυνση και στέλνοντάς τα στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

 

 

 

 

Για την ανάγνωση:

 

«Τώρα ανήκει τούτο όχι μόνο στις συνήθειες μου, αλλά και στο γούστο μου – σε ένα κακόβουλο γούστο ίσως; - να μη γράψω τίποτα πια, με το οποίο να μην προκαλείται απελπισία σε κάθε άνθρωπο που βιάζεται. Γιατί «φιλολογία» είναι εκείνη η σεβαστή τέχνη, η οποία προπαντός ένα απαιτεί από το λάτρη της, να παραμερίσει, να της δώσει πίστωση χρόνου, να γίνει σιωπηλή, να γίνει αργή - σαν μια τέχνη χρυσοχόου και τέχνη γνωριμίας της λέξης, η οποία οφείλει να αποπερατώσει μια ακέραια λεπτή, προσεκτική εργασία και δε κατορθώνει τίποτα, εάν δεν κατορθώνει τούτο lento. Όμως, ακριβώς για αυτό είναι αυτή σήμερα περισσότερο αναγκαία από κάθε άλλη φορά, ακριβώς με αυτόν τον τρόπο μας ελκύει και μας γοητεύει τόσο ισχυρά, μέσα σε μια εποχή της «εργασίας». Θέλω να ειπώ: της βιασύνης, της αναξιόπρεπης και κάθιδρης, της κατεπείγουσας εργασίας, που θέλει αμέσως να «τελειώνει», επίσης με κάθε παλιό και καινούργιο βιβλίο: αυτή η ίδια δεν τελειώνει τόσο εύκολα με κάποιο κάτι, διδάσκει να διαβάζουμε καλά, δηλαδή αργά, διεισδυτικά, με προφύλαξη και προσοχή, να διαβάζουμε με ανοιχτές πόρτες, με απαλά δάχτυλα και μάτια… Υπομονετικοί μου φίλοι, τούτο το βιβλίο εύχεται να έχει μόνο τέλειους αναγνώστες και φιλολόγους: μάθετε να με διαβάζετε καλά!»

 

Φρήντριχ Νίτσε

Απόσπασμα από τον πρόλογο στη ‘‘Ροδαυγή’’

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Παρασκευή, 28 Οκτώβριος 2011 22:17