Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 48 επισκέπτες συνδεδεμένους
editos
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   
Σάββατο, 03 Μάρτιος 2012 21:38

 

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905), Jeune Fille se Defendant Contre L'amour (1880), Getty Museum, Los Angeles

 

 

 

lucio battisti - i giardini di marzo

 

 

Il carretto passava e quell'uomo gridava gelati

al 21 del mese i nostri soldi erano già finiti

io pensavo a mia madre e rivedevo i suoi vestiti

il più bello era nero coi fiori non ancora appassiti

 

All'uscita di scuola i ragazzi vendevano i libri

io restavo a guardarli cercando il coraggio per imitarli

poi sconfitto tornavo a giocar con la mente i suoi tarli

e alla sera al telefono tu mi chiedevi perché non parli

 

Che anno è che giorno è

questo è il tempo di vivere con te

le mie mani come vedi non tremano più

e ho nell'anima

in fondo all'anima cieli immensi

e immenso amore

e poi ancora ancora amore amor per te

fiumi azzurri e colline e praterie

dove corrono dolcissime le mie malinconie

l'universo trova spazio dentro me

ma il coraggio di vivere quello ancora non c'è

 

I giardini di marzo si vestono di nuovi colori

e le giovani donne in quei mesi vivono nuovi amori

camminavi al mio fianco e ad un tratto dicesti "tu muori

se mi aiuti son certa che io ne verrò fuori"

ma non una parola chiarì i miei pensieri

continuai a camminare lasciandoti attrice di ieri

 

Che anno è che giorno è

questo è il tempo di vivere con te

le mie mani come vedi non tremano più

e ho nell'anima

in fondo all'anima cieli immensi

e immenso amore

e poi ancora ancora amore amor per te

fiumi azzurri e colline e praterie

dove corrono dolcissime le mie malinconie

l'universo trova spazio dentro me

ma il coraggio di vivere quello ancora non c'è

 

 

 

 

lucio battisti - οι κήποι του μαρτίου

 

 

Το καροτσάκι περνούσε και ο άνθρωπος εκείνος φώναζε «παγωτά»

στις 21 του μήνα τα χρήματά μας είχαν τελειώσει

σκεφτόμουν τη μητέρα μου και θυμόμουν τα φορέματά της

το πιο όμορφο ήταν μαύρο, με λουλούδια που δεν είχαν ακόμα μαραθεί

 

Έξω από το σχολείο παιδιά πουλούσαν βιβλία

καθόμουν εκεί κοιτάζοντάς τα, προσπαθώντας να βρω το κουράγιο να τα μιμηθώ

έπειτα ηττημένος επέστρεψα για να παίξω με τα σαράκια του μυαλού

και το βράδι στο τηλέφωνο με ρωτούσες γιατί δε μιλώ

 

Ποια χρονιά είναι; Ποια μέρα είναι;

Αυτή είναι η στιγμή να ζήσω μαζί σου

Τα χέρια μου όπως βλέπεις δεν τρέμουνε πια

Κι έχω στην ψυχή μου, στο βάθος της ψυχής μου

Απέραντους ουρανούς και απέραντη αγάπη

Κι ύστερα ακόμη περισσότερη αγάπη, αγάπη για σένα

Ποτάμια γαλάζια, λόφους και λιβάδια

Όπου τρέχουνε γλυκύτατες οι δικές μου μελαγχολίες

Το σύμπαν βρίσκει τη θέση του μέσα μου

Μα το κουράγιο εκείνο να ζω, εκείνο πλέον δεν υπάρχει.

 

Οι κήποι του Μαρτίου ντύθηκαν με καινούργια χρώματα

κι οι νέες γυναίκες αυτό το μήνα ζουν καινούργιες αγάπες

περπατούσες πλάι μου και ξαφνικά είπες «Εσύ πεθαίνεις…»

«αν με βοηθήσεις είμαι σίγουρη ότι θα το ξεπεράσω»

μα ούτε μια λέξη να ξεδιαλύνει τις σκέψεις μου

συνέχισα να περπατώ αφήνοντάς σε πίσω, αρτίστα του χθες

 

Ποια χρονιά είναι; Ποια μέρα είναι;

Αυτή είναι η στιγμή να ζήσω μαζί σου

Τα χέρια μου όπως βλέπεις δεν τρέμουνε πια

Κι έχω στην ψυχή μου, στο βάθος της ψυχής μου

Απέραντους ουρανούς και απέραντη αγάπη

Κι ύστερα ακόμη περισσότερη αγάπη, αγάπη για σένα

Ποτάμια γαλάζια, λόφους και λιβάδια

Όπου τρέχουνε γλυκύτατες οι δικές μου μελαγχολίες

Το σύμπαν βρίσκει τη θέση του μέσα μου

Μα το κουράγιο εκείνο να ζω, εκείνο πλέον δεν υπάρχει.

 

 

για τη μετάφραση:

Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης

 

 

 cloud and ship - photo by yevgen timashov

 

  

 

 

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.