Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 73 επισκέπτες συνδεδεμένους
Για την εκπαίδευση

 

Φ.Ι. Κακριδής,

Αρχαία γλώσσα στο Γυμνάσιο [1] 

 

Ρίχνω τα λουλούδια στο καλάθι των αχρήστων
και προχωρώ στη διδασκαλία της γραμματικής [2]

 

Από τότε (από τη μεταρρύθμιση του 77) ως σήμερα οι Υπουργοί και των δύο μεγάλων κομμάτων με τους νεωτερισμούς τους άλλο δεν έκαναν από το να το καταστρέφουν. Η μεγαλύτερη ζημιά έγινε όταν στην κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη ο Γεώργιος Σουφλιάς, μηχανικός, ως Υπουργός Παιδείας ακολούθησε το δρόμο που είχε προετοιμάσει, ως υπουργός του ΠΑΣΟΚ., ο Αντώνης Τρίτσης, πολεοδόμος, και επανεισήγαγε τη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων στο Γυμνάσιο. Θα τα προλάβατε μερικοί εκείνα τα πρώτα ντροπιαστικά βιβλία, όπου ο Αττικισμός διδασκόταν «διαχρονικά», μέσα από αρχαία, βυζαντινά και νεότερα (καθαρευουσιάνικα) κείμενα. Ζημιά έκανε και ο Γεράσιμος Αρσένης, οικονομολόγος, όταν μείωσε κατά 40% τις ώρες των φιλολογικών μαθημάτων· ζημιά και ο Πέτρος Ευθυμίου, φιλόλογος και μάλιστα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, όταν αντί να διορθώσει τα κακώς κείμενα, όπως είχε υποχρέωση, προτίμησε να προωθήσει το λεγόμενο διαθεματικό πρόγραμμα, μόνο και μόνο γιατί απαιτούσε καινούρια βιβλία και βοηθούσε στην απορρόφηση των ευρωπαϊκών πιστώσεων [3].

   

 

Ζημιά έγινε και μετά το 2004, όταν η υπουργός Μαριέτα Γιαννάκου, ψυχίατρος, ή μάλλον κάποιοι γνωστοί άγνωστοι τριγυρινοί και τριγυρινές της, σε μιαν απίστευτη κρίση νεοσυντηρητισμού, θαρρείς το έβαλαν πρόγραμμα να επαναφέρουν τη διδασκαλία του αρχαίου κόσμου σε τρόπους που παραπέμπουν στην εποχή πριν από τη μεταρρύθμιση του ’77, για να μην πούμε παραπίσω!

 

Έτσι, με μόνη την απόφαση της υπουργού και την έγκριση του πάντα ανίσχυρου και άβουλου Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αυξήθηκαν οι ώρες της γλωσσικής διδασκαλίας στο Γυμνάσιο [4]· έτσι χωρίστηκαν στο Λύκειο η διδασκαλία της γραμματικής και του συντακτικού από τη μελέτη των κειμένων· έτσι ξεκίνησαν οι καθηγητές ξένων γλωσσών να διδάσκουν Ιστορία· έτσι εγκρίθηκαν τα τελευταία, αμέθοδα και απωθητικά στην πλειοψηφία τους διδακτικά βιβλία.

 

Φυσικά η ιδεολογική βάση έχει αλλάξει. Η διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας, υποστηρίζεται τώρα, καταπολεμά τη λεξιπενία και βελτιώνει τις εκφραστικές ικανότητες των μαθητών που χωρίς αυτήν είχαν πάρει τον κατήφορο. Αυτή η αβάσιμη και αναπόδεικτη θεωρία ξεκίνησε από πιο παλιά, με πρόμαχο τον καθηγητή Γεώργιο Μπαμπινιώτη [5]. Η θεωρία ενισχύθηκε όταν το 1985, στις εισαγωγικές για τα Ανώτερα Εκπαιδευτικά ιδρύματα, μερικοί υποψήφιοι -ποτέ δε μάθαμε πόσοι- ζήτησαν να τους εξηγηθούν οι λέξεις αρωγή και ευδοκίμηση. Θέριεψε τότε η εθνική αγανάκτηση, και για να πω ένα μόνο παράδειγμα, ο φίλος φιλόλογος Κώστας Γεωργουσόπουλος πρότεινε, στ’ αστεία βέβαια, στους μαθητές αυτούς, όταν έρθει η ώρα, να μην τους αναγνωριστεί ευδόκιμος υπηρεσία και να μην τους δοθεί το βοήθημα του ταμείου αρωγής. Λαμπρά! –αλλά και τα δυο αυτά, ως λέξεις και ως έννοιες χρειάζονται, όταν κανείς βγαίνει στη σύνταξη, όχι όταν επιχειρεί να γίνει δεκτός στο Πανεπιστήμιο.

 

Παλιά γλωσσολογική αρχή διδάσκει ότι καθένας μαθαίνει, θυμάται, αναγνωρίζει και χρησιμοποιεί τις λέξεις που του χρειάζονται. Τα Ελληνόπουλα γνωρίζουν και χρησιμοποιούν τις λέξεις βοήθεια και υποστήριξη, και προκοπή και επιτυχία. Γιατί να θυμώσουμε, όταν τύχει μερικά να μην ξέρουν και την αρωγή και την ευδοκίμηση;

 

Οπωσδήποτε στη θεωρία ότι τα αρχαία ελληνικά ωφελούν τα νέα ελληνικά ολόκληρο το βάρος πέφτει στις λέξεις –και γι’ αυτό άξονας και αρχή σοφίας στο βιβλίο της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας είναι η παραγωγή και η σύνθεση. Ότι όμως και στις λέξεις, αλλά κυρίως στη γραμματική και στη σύνταξη, η πρώιμη και επίμονη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων παράλληλα με τη γλωσσική διδασκαλία των Νέων Ελληνικών προκαλεί σύγχυση, αποπροσανατολίζει και νοθεύει το αδιαμόρφωτο ακόμα γλωσσικό ένστικτο των παιδιών του Γυμνασίου, και ότι στις εκθέσεις των μαθητών όλο και περισσότερο ξεφυτρώνουν λάθη «ελληνισμού»: ελληνικούρες, βαρβαρισμοί, σολοικισμοί και ακυρολεξίες –αυτά τα ξεχνούμε!

 

Προσωπικά το πιστεύω, αλλά δε γίνεται να το αποδείξω ότι οι υπόγειοι αυτόματοι μηχανισμοί της αντίδρασης την καλωσορίζουν τη γλωσσική σύγχυση και τη ροπή προς τους αρχαϊσμούς, που πια έχει πάρει μορφή επιδημίας, ακόμα και όταν οδηγούν σε λάθη. Αφού χάθηκε για πάντα η καθαρεύουσα, τουλάχιστον ας εδραιωθεί ως Νεοκαθαρεύουσα αυτή η αλληθωρίζουσα μεικτή –και έχει ο Θεός! Άλλωστε τη γλωσσική αναρχία την ευνοεί, και το γενικότερο μεταμοντέρνο κλίμα, όπου tout va: όλα, και τα σωστά και τα λάθη, και τα ταιριαστά και τ’ αταίριαστα, συνυπάρχουν πλάι πλάι και γίνονται δεκτά. Γιατί όχι; Δημοκρατία έχουμε!

 

Δημοκρατία έχουμε· και ο αιρετός Υπουργός Παιδείας κ. Ευριπίδης Στυλιανίδης, δικηγόρος-ερευνητής, πήρε την Κυριακή 27.1.2008 το λόγο μπροστά στον Πρόεδρο της Βουλής, σε Πανεπιστημιακούς, σε Καθηγητές Μ.Ε. και σε μαθητές, που μόλις είχαν διαγωνιστεί και βραβευτεί στην επιχειρηματολογία, για να πει πως «η ελληνική γλώσσα έχει έξι εκατομμύρια λεκτικούς τύπους, όταν η αγγλική έχει συνολικά 490.000, πως τα τέλεια προγράμματα υπολογιστών αναπαριστούν τους λεκτικούς τύπους της ελληνικής σε μαθηματικά ολοκληρώματα, πως υπάρχουν υπολογιστές προηγμένης τεχνολογίας οι οποίοι δέχονται ως «νοηματική» γλώσσα μόνο την ελληνική, ενώ όλες οι άλλες γλώσσες είναι «σημειολογικές» -και έφερε παράδειγμα που δείχνει την «πρωτογενή σχέση» ανάμεσα σε σημαίνον και σημαινόμενο στην «νοηματική» ελληνική γλώσσα τη λέξη έντερο, που σημαίνει, όπως είπε, το εντός ρέω»

 

Φαντάζομαι ότι ύστερα από μια τέτοια ντροπιαστική αγόρευση, ο Πρωθυπουργός κάθε ευνομούμενης χώρας θα τον είχε αποπέμψει τον Υπουργό Παιδείας, που όμως σ’ εμάς εξακολούθησε ατάραχος να υπηρετεί και να εξαγγέλλει την ίδρυση πενήντα έξι σχολείων για άτομα με ειδικές ανάγκες.

 

Φαινόμενα των καιρών! Όμως αυτό που με ανησυχεί ως δάσκαλο και φιλόλογο είναι πως στο συγκεκριμένο θέμα της διδασκαλίας της ελληνικής αρχαιότητας, χρόνια τώρα το Υπουργείο, θεσμικός ρυθμιστής της σχολικής πράξης, για λόγους ους οίδε Κύριος, κυβερνημένο από ακατάλληλους ανθρώπους και ξεκινώντας από σφαλερές αρχές, οδηγείται και μας οδηγεί σε λάθος κατεύθυνση.

 

Αναρωτιέται κανείς τι κάνουμε· ή καλύτερα, τι μπορούμε να κάνουμε σε μια τέτοια περίπτωση οι δάσκαλοι; Η εύκολη και πιο συνηθισμένη λύση είναι να μην κάνουμε τίποτα. Υπάλληλοι είμαστε, εκτελούμε άνωθεν εντολές, και ευθύνη δεν έχουμε. Ύστερα, μην ξεχνούμε, ότι η γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων στο Γυμνάσιο, είτε είναι σωστή είτε όχι, από τη μια δεν απαιτεί προετοιμασία από τον καθηγητή, από την άλλη ναι, βγάζει ιδιαίτερα. Δεν το λέω για να κατηγορήσω συναδέλφους. Είναι δικαιολογημένο οι καθηγητές να ενισχύουν το εισόδημά τους με ιδιαίτερα, όσο οι μισθοί μένουν τόσο χαμηλά· και ακόμα, αποτελούν εκπαιδευτική ανάγκη για τους μαθητές τα ιδιαίτερα μαθήματα και τα φροντιστήρια, όσο το αναλυτικό πρόγραμμα είναι τόσο φορτωμένο. Για να το δούμε και από την άλλη μεριά: το Υπουργείο δε θα μπορούσε να ορίζει τόσο φορτωμένα προγράμματα, αν δεν υπήρχαν τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα να εξασφαλίζουν την άνετη διδασκαλία, την επανάληψη και την εμπέδωση της ύλης.

 

Η δύσκολη λύση είναι ο κλάδος των φιλολόγων ξεκινώντας από προβληματισμούς και συζητήσεις σαν τη δική μας, να καταλήξει σε μια συγκεκριμένη θέση και στη συνέχεια ν’ απαιτήσει από το Υπουργείο να την εφαρμόσει. Γιατί στο κάτω κάτω, ως πότε θα δεχόμαστε οι καθηγητές ν’ αποφασίζουν άλλοι για θέματα που αφορούν εμάς, την επιστήμη μας, το επάγγελμά μας, και τους μαθητές μας;

 

Όσο το ανεχόμαστε, τόσο το έργο μας θα μένει υπόδουλο στα λεγόμενα πολιτικά κριτήρια,, όπως τα καθορίζουν όχι οι ανάγκες της παιδείας, ούτε οι απόψεις των ειδικών και η διδακτική εμπειρία, αλλά οι μυστικοσύμβουλοι και οι επικοινωνιολόγοι του κάθε υπουργού, ανεξέλεγκτοι. Θα υπόσχονται τομές και μεταρρυθμίσεις, θα εξαγγέλλουν κάθε φορά τη δημιουργία ενός νέου σχολείου, είτε ανοιχτού στην κοινωνία, όπως το 1981, είτε με ανοιχτή πόρτα, πάντα με νέα βιβλία και προγράμματα, που κατά κανόνα είναι λίγο χειρότερα από τα προηγούμενα. Δε θέλω να κάνω κριτική στην τωρινή πραγματικότητα. Όποιος και αν αναλάβει το Υπουργείο Παιδείας, οι δάσκαλοι ευχόμαστε από καρδιάς να πετύχει στο εξαιρετικά δύσκολο έργο του, να καταφέρει να ορθοποδίσει την Εκπαίδευση, που όλοι ξέρουμε ότι μαζί της στέκει και πέφτει η ευημερία της Ελλάδας. Έτσι και τώρα· μακάρι να πετύχουν στο έργο τους η Άννα Διαμαντοπούλου και οι συνεργάτες της. Καλή φώτιση και καλή τύχη! Το μόνο που θα τους συμβούλευα, αν είχα ελπίδα να με ακούσουν, θα ήταν να επαναφέρουν αναπροσαρμοσμένο το πρόγραμμα της διδασκαλίας των Αρχαίων, όπως το είχαν καθορίσει οι σοφοί της μεταρρύθμισης του 1977, κι ακόμα, για τα ανθρωπιστικά τουλάχιστο μαθήματα, να μην έχουν τόση εμπιστοσύνη στα ηλεκτρονικά βιβλία, στους διαδραστικούς πίνακες και στα ψηφιακά σχολεία.

 

Συμπερασματικά, και μακάρι να διαφωνήσετε: έχουμε μιαν ονειρεμένη χώρα, και τη μετατρέπουμε σε χωματερή, έτσι έχουμε και μια πανέμορφη γλώσσα που την κακοποιούμε, έτσι έχουμε και μια λαμπρή αρχαία κληρονομιά, που την αφήνουμε ανενεργή, μετατρέποντάς τη από μορφωτικό αγαθό σε μαθησιακό εφιάλτη. Και θυμίζω πως για τη γλώσσα και την αρχαία κληρονομιά πρώτοι υπεύθυνοι είμαστε εμείς, οι φιλόλογοι.


[1] Ομιλία στους φιλολόγους της Δ’ περιφέρειας Αττικής (14.4.2010). Έχουν προστεθεί υποσημειώσεις αλλά ο προφορικός χαρακτήρας της ομιλίας διατηρήθηκε στο ακέραιο.

[2] Μ.Καραγάτσης, στο διήγημα Από το ημερολόγιο του Κωστή Ρούση –καθηγητή μια μέρα που οι μαθήτριες είχαν στολίσει με κυκλάμινα την έδρα.

[3] Κάτι παρόμοιο προδιαγράφεται και τώρα με τις εξαγγελίες για το νέο σχολείο.

[4] Ο δάσκαλός μας Μ.Κριαράς είπε τότε σχετικά πως η σκέψη της υπουργού να αυξηθεί στο Γυμνάσιο η διδασκαλία της αρχαίας, αντί να φύγει εντελώς, είναι ανοησία. Είναι έγκλημα κατά της εκπαίδευσης· Συνέντευξη στο περιοδικό Ταχυδρόμος, 12.8.06

[5] Μόνο στο λεξικό του έχει καταχωρηθεί η λέξη λεξιπενία, που είναι πιθανό και ν’ αποτελεί δικό του νεολογισμό.

 

 

Πηγή: http://sarantakos.wordpress.com/2010/10/22/kakridisarxaia/

Αναδημοσίευση: www.e-keimena.gr

 

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 25 Μάιος 2011 17:35