Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 12 επισκέπτες συνδεδεμένους
Ποιητικά κείμενα - Thomas Stearns Eliot

 


T.S. ELIOT

Η έρημη χώρα

(απόσπασμα)

 

 

 

A΄. Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

 

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας

Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας

Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας

Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας

Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας

Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.

Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε

Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,

Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,

Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.

Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.

Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,

Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,

Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,

Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.

Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.

Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.

Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν

Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,

Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο

Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,

Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,

Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο

Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,

(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),

Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό

Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου

Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει

Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

Frisch weht der Wind

Der Heimat zu,

Mein Irisch KindWo weilest du?

«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·

Μ’ έλεγαν h γυακίνθινη κοπέλα».

—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,

Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα

Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν

Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,

Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.

Oed’und leer das Meer.

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,

Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα

Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,

Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,

Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,

(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)

Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,

Η δέσποινα των καταστάσεων.

Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,

Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,

Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,

Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω

Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.

Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.

Ευχαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,

Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:

Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

 

Ανύπαρχτη Πολιτεία,

Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,

Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,

Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.

Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,

Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.

Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,

Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες

Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.

Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!

Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,

Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;

Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;

Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,

Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !

"Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère !"

 

 

Β΄. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

 

Το Κάθισμα όπου κάθονταν, σα στιλβωμένος θρόνος,

Έλαμπε στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης

Που βάσταζαν κοντάρια πλουμισμένα με κλήματα

Όθε ξεμύτιζε ένας χρυσός Ερωτιδέας

(Με τη φτερούγα σκέπαζε τα μάτια του άλλος ένας)

Ζευγάρωνε φλόγες από εφτάκλωνους κεροστάτες

Αντιφεγγίζοντας το φως επάνω στο τραπέζι ενώ

Των κοσμημάτων της η λάμψη ορμούσε να το συναντήσει,

Πλούσια ξεχειλίζοντας σε θήκες μεταξωτές.

Σε φιάλες από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί

Ξεβούλωτες, ενέδρευαν τ’ αλλόκοτα συνθετικά μυρωδικά της,

Υγρά, σε σκόνη, ή σ’ αλοιφή – σκοτίζανε, συγχύζανε

Και πνίγανε την αίσθηση με αρώματα· ερεθισμένα απ’ τον αγέρα

Που έμπαινε δροσερός απ’ το παράθυρο, τούτα ανεβαίναν

Παχαίνοντας τις τεντωμένες φλόγες των κεριών,

Ρίχνανε τον καπνό τους στα λακουεάρια,

Ξυπνώντας τα στολίσματα στο φατνωτό ταβάνι.

Πελώρια ξύλα πελαγίσια ταγισμένα μπακίρι

Έκαιγαν πράσινα και πορτοκαλιά, με πέτρα πολύχρωμη πλαισιωμένα,

Και στο θλιμμένο τούτο φως ένα δελφίνι σκαλισμένο κολυμπούσε.

Πάνω απ’ τ’ αρχαίο το τζάκι παρουσιάζονταν

Λες κι άνοιγε παράθυρο σε μιαν υλαία σκηνή

Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, της χαλασμένης τόσο βάναυσα

Από το βάρβαρο βασιλέα· κι όμως εκεί τ’ αηδόνι

Την έρημο όλη γέμιζε μ’ απαραβίαστη φωνή

Κι ακόμη φώναζε κι ακόμη ο κόσμος κυνηγάει,

«Γιακ, γιακ» σε βρώμικα αυτιά.

Κι άλλες ακόμη ρίζες μαραμένες των καιρών

Ήταν στον τοίχο ιστορισμένες· προσηλωμένα σχήματα

Σκύβαν, δηλώνοντας τη σιωπή στην περίκλειστη κάμαρα.

Πατήματα σερνόντουσαν στα σκαλοπάτια.

Κάτω απ’ το φέγγος της φωτιάς, κάτω απ’ τη βούρτσα, η κόμη της

Άπλωνε πύρινες ακίδες

Έλαμπε με λόγια, Κι ύστερα έπεφτε σε μιαν άγρια γαλήνη.

«Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.

Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.

Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.

Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;

Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου».

Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών το μονοπάτι

Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.

«Τι είναι αυτός ο θόρυβος;»

Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα.

«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;»

Τίποτε πάλι τίποτε.

«Δεν

Ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι

Τίποτε;»

Θυμάμαι

Να, τα μαργαριτάρια τα μάτια του.

«Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός; Δεν έχεις τίποτε μες στο κεφάλι σου;»

Αλλά

Χο χο χο χο το Σαιξπηχήρειο τούτο φοξ –

Είναι κομψότατο

Είναι ξυπνότατο

«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω;»

«Θα ξεπορτίσω όπως είμαι, και θα γυρνώ στους δρόμους

Με τα μαλλιά μου ξέπλεκα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο;

Τι θα κάνουμε πάντα;»

Ζεστό νερό στις δέκα.

Κι αν βρέχει, το κλεισμένο αμάξι στις τέσσερεις.

Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι,

Πιέζοντας μάτια δίχως βλέφαρα και περιμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα.

Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύτηκε, της λέω,

Δεν τα μασούσα τα λόγια μου, της λέω αυτηνής ’γω που με βλέπεις,

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Τώρα πού γυρίζει ό Γιάννης, κοίταξε να σουλουπιαστείς λιγάκι.

Θα γυρέψει να μάθει τι τα ’κανες κείνα τα λεφτά που σου ’δωσε

Να ξαναβάλεις καν ’να δόντι. Σ’ τα ’δωσε, ήμουν εκεί.

Άει να τα βγάλεις, Λιλ, και βάλε μια καλή μασέλα,

Μα το Θεό, σου ’πε, σιχαίνουμαι που σε βλέπω.

Κι εγώ το ίδιο, της λέω, σκέψου τον κακόμερο το Γιάννη,

Τέσσερα χρόνια στρατιώτης, θα θέλει καλοπέραση,

Κι α δεν του τη δώσεις, άλλες θα του τη δώσουν, της λέω.

Α έτσι, μου λέει. Κάτι σαν τέτοιο, της λέω.

Τότες θα ξέρω ποιανού χρωστάω χάρη, μου λέει και με καρφώνει με τα μάτια.

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Κι α δε σ’ αρέσει τράβα τον κατήφορο, της λέω,

Άλλοι διαλέγουνε και παίρνουνε σαν εσύ δεν τα καταφέρνεις.

Μ’ α σου το στρίψει ο Γιάννης, δε θα πει πως δε βρέθηκε άνθρωπος να σου κουβεντιάσει.

Είναι να ντρέπεσαι, της λέω, που μοιάζεις τέτοια αρχαιολογία.

(Κι αυτή μονάχα τριάντα ενός.)

Μα τι να κάνω, μου λέει, και στραβομουτσούνιασε,

Φταίνε κείνα τα χάπια, μου λέει, που πήρα για να το ρίξω.

(Έκανε κιόλας πέντε, και πήγε να πεθάνει απ’ το μικρό της το Γιωργή.)

Ο φαρμακοποιός είπε θα ’ναι εν τάξει, μα ποτές δεν ξανάγινα όπως ήμουν.

Είσαι ντιπ άμυαλη, της λέω.

Το λοιπόν, αν ο Γιάννης δε σ’ αφήνει ήσυχη, εδώ ’ναι ό κόμπος, της λέω,

Τι πας και μου παντρεύεσαι σα δεν τα θέλεις τα παιδιά;

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Λοιπόν, κείνη την Κυριακή ήταν ο Γιάννης σπίτι, κι είχανε ζεστό χοιρομέρι,

Και με καλέσανε το βράδυ, να τ’ απολάψω ζεστό –

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Καληνύχτα Μπιλλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μαίη. Καληνύχτα.

Γεια γεια. Καληνύχτα. Καληνύχτα.

Καληνύχτα, κυρίες, καληνύχτα, γλυκιές μου κυρίες, καληνύχτα, καληνύχτα.

 

 

Δ΄. ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΠΝΙΓΜΟ

 

Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος,

Λησμόνησε την κραυγή των γλάρων, και το φούσκωμα του βαθιού πελάγου

Και το κέρδος και τη ζημιά.

Κάτω απ’ τη Θάλασσα ένα ρέμα

Έγλειψε τα κόκαλά του ψιθυρίζοντας. Μ’ ανεβοκατεβάσματα

Πέρασε τα στάδια των γερατειών του και της νιότης του

Μπαίνοντας μέσα στη ρουφήχτρα.

Εθνικέ ή Εβραίε

Ω εσύ που γυρίζεις το τιμόνι κοιτάζοντας προς τον αγέρα,

Στοχάσου το Φληβά, που ήταν κάποτες όμορφος κι αψηλός σαν εσένα.

 

 

Θ. Σ. Έλιοτ, Η Έρημη Χώρα (1922), Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης (1936), Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1997.

 

 

 

 

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Δευτέρα, 26 Απρίλιος 2010 00:03