Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 43 επισκέπτες συνδεδεμένους
Συνεντεύξεις

 

«Κάναμε καλά πράγματα στην τέχνη...»

 

 

Ο Γιάννης Μόραλης, ο τελευταίος μεγάλος μοντέρνος, μιλάει για τη γενιά του ’30, την άνοιξη του ’60, τον θησαυρό των γυναικών

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Πουρνάρα

 

 O Γιάννης Μόραλης δίνει σπανιότατα συνεντεύξεις. Το σπίτι και το εργαστήριό του στην Αίγινα είναι άβατο. Εκεί, στο οίκημα που σχεδίασε ο φίλος του αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης, περνάει τους καλοκαιρινούς μήνες, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή της ζωής. Σχεδιάζει, διαβάζει την «Καθημερινή», μαγειρεύει ή βγαίνει έξω για φρέσκο ψάρι, πίνει το απογευματινό του ουίσκι με τους φίλους του. Στα 92 του χρόνια σήμερα, όσο και αν του αρέσει να διηγείται ιστορίες από τα παλιά, δεν ζει στο παρελθόν. Οι πρώτες του κουβέντες στο κατώφλι του σπιτιού ήταν για τα Σκόπια και τη μεταγραφή του Ροναλντίνιο στη Μίλαν. «Δεν ασχολήθηκα ποτέ με το ποδόσφαιρο, αλλά το ποσό μου φαίνεται εξωπραγματικό», μας λέει χαμογελώντας. Ύστερα μας ξενάγησε στον χώρο όπου εργάζεται. Όλα είναι τακτοποιημένα: πινέλα, μολύβια, αποκόμματα εφημερίδων, βιβλία, οι επιστολές που λαμβάνει. Απέναντι από το καβαλέτο του έχει κρεμάσει μερικές μεταξοτυπίες «για να μην είναι άδειος ο τοίχος, τώρα που δεν έχω έργα εδώ». Το ίδιο τακτοποιημένες είναι και οι αναμνήσεις του. Το πνεύμα του έχει απόλυτη διαύγεια και το χιούμορ του είναι η σταθερή γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το τώρα. Ευδιάθετος και πάντοτε κομψά ντυμένος, βγήκε μαζί μας βόλτα και επέμενε να φάμε κατσούλες, που ψαρεύονται μόνο στην Αίγινα. Στην κουβέντα μας -τι να τον πρωτορωτήσεις;- μάς μίλησε για την τρέχουσα αναδρομική του στην Άνδρο, τους συνοδοιπόρους του στη ζωή και την τέχνη, τους ποιητές της γενιάς του, τις γυναίκες. Ένας άνθρωπος, μια ολόκληρη εποχή. Καθόλου νοσταλγικός, πάντα με την άσβεστη σπίθα της ζωής.

 

 - Πώς σας φάνηκε το αναδρομικό αφιέρωμα με τα έργα σας στο Μουσείο Γουλανδρή της Ανδρου;

- Συγκινήθηκα που είδα ορισμένα παλιά μου έργα. Μου είχαν λείψει. Κάποια μου φάνηκαν καλά. Αυτό είναι κακό σημάδι για έναν ζωγράφο. Σημαίνει ότι δεν μπορεί πια να εξελιχθεί. Όταν έχεις ακόμα πράγματα να βγάλεις, είσαι πιο αυστηρός κριτής των πεπραγμένων σου.

- Πώς αισθανόσασταν όταν ερχόταν η ώρα να δώσετε ένα έργο;

- Παλιά δεν τα πουλούσα εύκολα τα έργα. Δεν ήθελα να τα αποχωρίζομαι. Είχα όμως οικονομική στενότητα και δεν γινόταν να μην πουλάω. Έτσι το πήρα απόφαση, να ξεκόβω όταν έφευγαν από το εργαστήριό μου. Τώρα αν ξέρω τον κάτοχο ενός πίνακά μου, ρωτάω καμιά φορά αν θέλει βερνίκωμα. Θέλω να μάθω πώς είναι η υγεία του...

- Ποια ήταν η σχέση σας με τα χρήματα;

- Δεν ήταν ποτέ πολύ καλή. Μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου που δεν είχα πολλά λεφτά, η συμφοιτήτριά μου Νίκη Καραγάτση κανόνισε να έρθει μια θεία της να αγοράσει έργα. Έγινε η διαπραγμάτευση και εγώ ντρεπόμουν να ορίσω καλή τιμή και ψέλλισα μια χαμηλή. Η Νίκη ήταν πίσω από την πλάτη της θείας της και μου έκανε νοήματα να ανεβάσω το ποσό. Τελικά, πήρα λίγο περισσότερα χρήματα. Αφού αποπλήρωσα κάποια χρέη, σκεφτόμουν το βράδυ τα λεφτά που μου είχαν απομείνει -δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο- αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Την άλλη μέρα το πρωί πήγα και αγόρασα μια ακριβή πένα και διάφορες άλλες σαχλαμάρες και όταν το ποσό λιγόστεψε, έπεσα ήσυχος για ύπνο. Λογαριασμό στην τράπεζα δεν είχα ποτέ. Απέκτησα αναγκαστικά όταν έκανα ένα έργο για τη Citibank, και μου άνοιξαν εκείνοι λογαριασμό για να με πληρώσουν. Έτσι έχω καταθέσεις.

- Νιώθετε τυχερός για τη γενιά σας; Είχε τόσο ταλαντούχους ανθρώπους.

- Η γενιά του '30 είχε ζήσει τι θα πει πόλεμος. Έτσι υπήρχε η δίψα για ζωή και καινούργια πράγματα. Μετά τις καταστροφές και τις δυστυχίες, υπάρχει κοσμογονία. Τότε, ήταν απολύτως φυσικό να έχεις αναζητήσεις και να προσπαθείς να κατακτήσεις τον νέο παρέα με τους συνομηλίκους σου. Θα σας δώσω το παράδειγμα του ελληνικού χοροδράματος που όλοι είχαμε συνεργαστεί. Είχαμε κάνει σκηνικά και ο Τσαρούχης και Χατζηκυριάκος και η αφεντιά μου. Ήμασταν ένα. Μια οικογένεια. Υπήρχε ντομπροσύνη. Τότε δεν είχε τόση σημασία για έναν καλλιτέχνη να τον αναγνωρίσουν και να του πουν καλά λόγια. Σημασία είχε να πετύχει αυτό που είχε στο μυαλό του. Καλλιτέχνες, μια παρέα. (…)

- Πάντα κάνατε παρέα με μουσικούς και ποιητές, εκτός από τους ζωγράφους;

- Ναι, χάρηκα πολύ όταν γνώρισα τον Χατζιδάκι. Το ίδιο και με τον Ελύτη, με τον οποίον γίναμε στενοί φίλοι. Του έκανα και το πρώτο εξώφυλλο της ιταλικής έκδοσης για το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο» που είχε μεταφράσει ο Μάριο Βίτι. Ο Ελύτης ήταν ένας άνθρωπος που έκανε αυτό που αγαπούσε. Ασυμβίβαστος, αφοσιωμένος στον κόσμο του. Ο Σεφέρης ήταν άλλη προσωπικότητα, δεν κάναμε τόσο παρέα. Τον συνάντησα μέσω του Γιάννη Παππά, με τον οποίον ήταν συγγενείς εξ αγχιστείας. Αργότερα τον έβλεπα στον εκδοτικό οίκο Ίκαρο. Ο ποιητής μού έκανε παράπονα: «Έλα ρε Μόραλη δεν θα σχεδιάσεις και για μένα τίποτα; Μόνο για τον Ελύτη κάνεις». (…)

- Ποιος είναι ο αγαπημένος σας στίχος;

- Όταν άφησα τη Σχολή Καλών Τεχνών μετά από 35 χρόνια διδασκαλίας, κρέμασα ένα χαρτί που έλεγε «Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης» - στίχος του Σεφέρη. Όμως ο αγαπημένος μου ποιητής είναι ο Καβάφης. Από νέος αγάπησα τις «Φωνές», την «Ιθάκη», το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». Ο Καβάφης -το είπε ο Σεφέρης σε μια ομιλία του- μπορεί να συγκινήσει και τους μη Έλληνες. Βρήκε αναγνώριση στο εξωτερικό. Αγαπώ επίσης τον Σολωμό και τον Κάλβο. Όταν πήγα στη Ρώμη με τον Νικολάου, πήρα μια ποιητική ανθολογία του Ηρακλή Αποστολίδη. Οι σελίδες με τα ποιήματα του Καβάφη είχαν κιτρινίσει από τη χρήση. Του Παλαμά ήταν κάτασπρες.

- Διαβάζατε πολλά βιβλία;

- Μέχρι τα 17 μου που έκανα εγχείρηση αμυγδαλών, αρρώσταινα συχνά. Είχα μάθει να διαβάζω και με 40 πυρετό. Έτσι, ξεκοκκάλισα τους Γάλλους κλασικούς και όχι μόνο. Τότε γράφαμε κιόλας γράμματα. Υπήρχαν οι επιστολές ερωτικού ή φιλικού χαρακτήρα. Τώρα υπάρχει το κινητό όπου όλοι γράφουν μηνύματα. Βέβαια είναι άλλο πράγμα η επιστολή, ο γραφικός χαρακτήρας, το χαρτί. (…)

- Από τις Κάννες τι θυμάστε;

- Στην προβολή της ταινίας «Τα παιδιά του Πειραιά» στις Κάννες με φώναξε ο Ντασσέν να κάνω τον διάκοσμο για τη δεξίωση. Είχε φέρει μαζί του και τον Ζαμπέτα και τον Προβιά, έναν λαϊκό χορευτή. Κατάφερα να κάνω μια αίθουσα ροκοκό να μοιάζει με ελληνική ταβέρνα. Ο Προβιάς εντυπωσιάστηκε πολύ από το πάρτι και τους επισήμους. Προφανώς δεν είχε φύγει ποτέ από την Κοκκινιά και ξαφνικά βρέθηκε στις Κάννες. Όταν τον ρώτησε η Ελένη Βλάχου πώς του φάνηκε η δεξίωση, ο Προβιάς είπε: «Τώρα είδα πώς θα ζήσω». Και πράγματι έκανε διάφορα ταξίδια στο εξωτερικό. Τον έπαιρνε ο Ζαμπέτας μαζί του. Με δύο λέξεις τα είπε όλα…

- Γιατί η Ελλάδα είχε λάμψη στο εξωτερικό στη δεκαετία του '60;

- Η απάντηση είναι απλή: Κάναμε καλά πράγματα στην τέχνη, τη μουσική, τη λογοτεχνία.

- Μετά χάσαμε τον προσανατολισμό μας και την αισθητική μας;

- Δεν ξέρω, ούτε κατηγορώ κανέναν. Απλώς συνέβη. Κάποτε ο λαός είχε γούστο. Είχε τη δική του αισθητική. Το καταλαβαίνεις από την αρχιτεκτονική και τις φορεσιές κάθε περιοχής. Μετά ήρθαν τα ευρωπαϊκά ήθη και τα ισοπέδωσαν όλα. Άνθρωποι, όπως ο Κωνσταντινίδης, έβλεπαν την ομορφιά και το μεράκι και ήθελαν να τα διατηρήσουν. Να κρατήσουν το καλό και να πάνε παρακάτω. Δυστυχώς, ακόμα και κάποιοι μορφωμένοι Έλληνες έχουν ξιπασιά και θέλουν να μιμούνται. Βάλτε και τη μανία για το χρήμα. Ιδού το αποτέλεσμα: Κάτι κακοχτισμένες μεζονέτες που ασχημαίνουν τον τόπο.

- Εσείς καθοδηγήσατε τον Αρη Κωνσταντινίδη στον σχεδιασμό του σπιτιού σας;

- Τον άφησα να κάνει ό,τι ακριβώς ήθελε. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω παρέμβαση. Θα ήταν σαν να έκανα εγώ έναν πίνακα και να ερχόταν κάποιος να μου πει «Βάλε λίγο κοκκινάκι εδώ». Τη σεβόμουν τη δουλειά του. Αλλά κυρίως τη σεβόταν ο ίδιος. Ήταν ένας άνθρωπος ασυμβίβαστος. Στο τέλος ένιωθε ότι δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τους ομοτέχνους του. Αυτό τον πίκραινε. Του Κωνσταντινίδη δεν του άρεσε να βάζει νερό στο κρασί του, γιατί είχε άποψη. Ήθελε να κάνει το δικό του όραμα, πραγματικότητα. (…)

- Πάντα δίνατε σημασία στις λεπτομέρειες;

- Όταν ανέβαιναν οι «Έξι λαϊκές ζωγραφιές» και πήγαινα να δω τις παραστάσεις είχα πάντα μαζί μου λάστιχα και κουμπιά για να είμαι σίγουρος ότι τα κοστούμια παρουσιάζονται σωστά και να διορθώσω κάτι αν πήγαινε στραβά. Δυστυχώς, όσες φορές μετά έχω δει ανέβασμα, δεν έχω ικανοποιηθεί από την ποιότητα των κοστουμιών. Όσο πάει το πράγμα χαλαρώνει.

- Οι σύγχρονες γυναίκες έχουν παράπονα ότι δεν τις προσέχουν οι άνδρες…

- Εγώ τις προσέχω. Αυτές δεν με προσέχουν… Για να κάνω και εγώ τα παράπονά μου! Τώρα οι άνδρες είναι μπλαζέ. Είναι τέτοια η ευκολία στο σεξ, που αισθάνονται ψυχολογική κούραση. Γιατί να κυνηγήσουν; Η ευκολία σκοτώνει το πάθος. Εμείς, τότε, μέχρι να τα καταφέρουμε, κάναμε ολόκληρο αγώνα. Είναι δυνατόν να έχεις μπροστά σου έναν θησαυρό, όπως είναι οι γυναίκες, και να μην του δίνεις σημασία; Στην εποχή μας υπάρχει το έιτζ. Τότε ήταν η σύφιλη, αλλά και η κοινωνική αυστηρότητα. Αισθανόσουν κοινωνικά εκτεθειμένος στην οικογένεια της κοπέλας με την οποία έβγαινες. Δυστυχώς, τα πράγματα έχουν γίνει λίγο χυδαία πια. Πολλές φορές διηγούμαι σε παρέες σόκιν ανέκδοτα. Κάποιος απ' όλους αποφασίζει να ανταποδώσει και λέει κάτι με τόσο πρόστυχες λέξεις που με κάνει να ντρέπομαι.

- Είναι ωραιότερες οι Ελληνίδες σήμερα απ' ό,τι παλαιά;

- Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω πολύ ωραίες κοπέλες. Είναι ωραιότερα τα σώματα διότι οι σημερινές γυναίκες κάνουν πιο φυσική ζωή, τρώνε καλύτερα, κάνουν έρωτα. Παλιά ήταν λίγο μίζερα τα πράγματα. Δεν χρειάζεται πάντως να έχουν οι γυναίκες τέλεια σώματα. Ας έχουν και λίγη κυτταρίτιδα. Αυτό είναι το πρόβλημά μας;

 

 

Εφημερίδα: Καθημερινή 27/07/2008

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_27/07/2008_278968

Αναδημοσίευση: e-keimena.gr

 

 

 

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Πέμπτη, 25 Μάρτιος 2010 00:02